Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007

Ο Άρχων Ξυπνά



Κάπου στους υπονόμους του Manhattan, Δευτέρα 2 Απριλίου 2001, 18:34

Ο υπηρέτης καθόταν στο πεζούλι με την καραμπίνα στα χέρια του. Με μία νευρική κίνηση του σώματος μπρος και πίσω προσπαθούσε να ξορκίσει τη νύστα του. Πέντε ώρες ακόμα και θα μπορούσε να ξεκουραστεί για λίγο. Μα προς στιγμήν ήταν σκοπός, και ήξερε πολύ καλά ότι ο Calebros θα απογοητευόταν αν τον έβρισκε να κοιμάται. Δεν μπορούσε να αποδιώξει όμως τη σκέψη ότι, παρά τη μεγάλη τιμή που του είχε γίνει να φυλάει τον Άρχοντα, η αποστολή του επισήμως ήταν η πιο βαρετή που του είχαν αναθέσει ποτέ. Ήξερε πως το θέμα ήταν να βρει κάποιος το κρυσφήγετο. Αν γινόταν αυτό, τότε ο ίδιος δεν ήξερε κατά πόσο θα μπορούσε να αντισταθεί στους εισβολείς. Αλλά η αποστολή είναι αποστολή και έπρεπε να τη φέρει εις πέρας. Στο κάτω κάτω το αντάλλαγμα άξιζε - άξιζε πολύ.
Κάθε τρίτη μέρα τα καθήκοντά του άλλαζαν. Μία μέρα σκοπιά, μία μέρα ξεκούραση και μία μέρα συνόδευε και υπηρετούσε τον δυναμικό άντρα που ήξερε ως Don Cerro. Και εκείνη η μέρα ήταν γεμάτη ενδιαφέρον, πάντα. Είχε έρθει στην πόλη, απ' ότι λεγόταν, για να στηρίξει το τέκνο του σε αυτή τη δύσκολη στιγμή. Μα λίγες νύχτες μαζί του, είχαν δώσει στον Ed να καταλάβει ότι οι λόγοι άφιξης του γηραιού Brujah ήταν περισσότεροι. Ο Don Cerro είχε αυτό το διερευνητικό βλέμμα που δεν συναντάς συχνά. Πιθανότατα κανείς από όσους είχαν την ευκαιρία να τον πλησιάσουν - και ήταν πολλοί - δεν το είχε καταλάβει. Ήξερε να το μεταμφιέζει καταλλήλως, πίσω από την ευγένεια μιας άλλης εποχής και με την υπερφυσική του, αφοπλιστική γοητεία. Μα όταν αποχωρούσε κάποιος από τη συντροφιά του το βλέμμα επέστρεφε, σαν σε δευτερόλεπτα μέσα ο Cerro να είχε φτιάξει τη δική του, προσωπική και απόρρητη αναφορά για το πρόσωπο που μόλις είχε συναντήσει, και την φύλαγε στην αρχειοθήκη του μυαλού του. Κανείς δεν ήξερε πως έτσι λειτουργούσε. Κανείς εκτός από τον Ed, που πρόσεχε κάθε λεπτομέρεια πάνω σε αυτόν τον τύπο.
Ο Calebros ο ίδιος δεν ήταν τόσο ευγενής. Ο Calebros είναι πράος, ήρεμος, συνετός. Αν προσθέσεις και το παρουσιαστικό του, καταλαβαίνεις πως δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γίνει σαν τον Cerro. Από την άλλη κατάφερνε αυτό που ήθελε: να τον αφήνουν όλοι όσο γίνεται στην ησυχία του και μόνο όταν αυτός το αποφασίζει να γίνει διαθέσιμος, μόνο τότε να φαίνεται πόσο πολύ τον έχουν όλοι ανάγκη. Αντίθετα τον Cerro φαινόταν από την πρώτη στιγμή πως όλοι τον ήθελαν από κοντά, τον ήθελαν φιλικό και θετικό απέναντί τους. "Διάολε, και εγώ θα ήθελα τον Μέντορα του Theo Bell για φίλο, δεν χωράει συζήτηση!"
Μα ο Cerro ήξερε πολύ καλά να παριστάνει τον φίλο, ενώ ταυτόχρονα δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω, τίποτα που να μην το σημειώσει, να μην το θυμηθεί μέρχι την επόμενη φορά που θα το χρειαζόταν. Θυμήθηκε τόσους και τόσους Ομόαιμους που πλησίασαν τον Cerro, με έναν αέρα σιγουριάς και με το χέρι φιλικά τεντωμένο για μια χειραψία.
Εντύπωση του έκανε ο κος Brown. Φαίνονταν να γνωρίζονται από παλιά με τον Don. Κάτι σχετικά με το Sire του κου Brown, μια παλιά υπόθεση, από την εποχή που ο Cerro ήταν αρχηγός ολόκληρης της Πατριάς του. Τον είχε ξαναπαρατηρήσει τον Brown. Και ο Calebros του είχε μιλήσει για αυτόν.
"Ο Brown είναι ο τύπος που έφτασε πολύ κοντά στο να τα χάσει όλα, ή ήρθε σε επαφή με κάτι που του άλλαξε τελείως την οπτική για τα πάντα. Βλέπεις το σθένος του, μαζί με την ευγένεια και το θάρρος που τον διακρίνει; Είναι ένας Ομόαιμος που θα πετάξει προς τα ψηλά, γιατί έχει βρει την αυτοπεποίθηση που του χρειάζεται. Ίσως έχει πολλά να κρύψει, όπως όλοι μας, μα αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι μπορεί να ηγηθεί. Θα τον δούμε πολύ τον κο Brown, Ed, θα τον δούμε να πετυχαίνει και μετά κανείς δεν ξέρει..."

Κάτω από το Άγαλμα της Ελευθερίας, Παρασκευή 6 Απριλίου 2001, 19:15

"Ο Brown? Ο Brown είναι ένας ομόαιμος που δεν ξέρω προσωπικά, παραπάνω από όσο ξέρω τον καθένα που έχω συναντήσει. Μα έψαξα γι' αυτόν, το παρελθόν του, τις ενέργειές του."
Γονάτισε στο χώμα και άρχισε να σκαλίζει με το νύχι του διάφορα ακαθόριστα σχήματα. Συνέχισε να εξιστορεί στο σύντροφό του τα έργα και ημέρες του Maximilion. Δεν ήταν κάτι που βοηθούσε στο παραμικρό. Φαινόταν σαν να είχε ώρα για χάσιμο, γι' αυτό μιλούσε για ώρες, μιλώντας για πράγματα περασμένα και ασήμαντα.
"Αυτά, αλίμονο, δεν βοηθάνε στο παραμικρό..."
"Ακριβώς, αγαπητέ μου!" είπε γυρίζοντας απότομα προς το μέρος του "ακριβώς έτσι σκέφτηκα και εγώ. Πώς γίνεται ένας Ομόαιμος ο οποίος για όλη του τη ζωή ήταν τόσο χαμηλών τόνων, να είναι τώρα για πολλούς η μέλλουσα ηγετική φυσιογνωμία της πόλης; Εγώ πιστεύω πως είναι ως εξής: Στη ζωή του κου Maximilion Brown κάτι συνέβη. Δεν γνωρίζω το τι, μα ήταν τόσο μεγαλειώδες ή τόσο φριχτό, τόσο έντονο όπως και να έχει, που είχε τη δύναμη να του αλλάξει όλη του τη νοοτροπία. Δεν ξέρω αν ήταν ο θάνατος του Sire του και η όλη παρωδία που έπαιξε η Kemintiri, ή αν είναι κάτι που η ιστορία δεν κατέγραψε επίσημα, μα ο κος Brown είχε μια εμπειρία που του άλλαξε τα δεδομένα, τον έκανε δραστήριο, αδίστακτο και παθιασμένο. Όταν βρεις τι ήταν αυτό, τότε θα ξεκλειδώσεις ολόκληρο το είναι του. Προσωπικά δεν νοιάζομαι καθόλου για εκείνον."

Κάπου στους υπονόμους του Manhattan, Δευτέρα 2 Απριλίου 2001, 19:01

Ο Radu ήταν ένας ακόμα Ομόαιμος που έκανε εντύπωση στον Ed. Θυμήθηκε εκείνο το βράδυ, στα εγκάνια του μαγαζιού του Brown, όταν κατέφτασε εκείνος στην πόλη και παρουσιάστηκε στον Calebros. Όλοι, ακόμα και οι πιο παλιοί, ακόμα και ο Calebros, είχαν μείνει άναυδοι από τη φυσιογνωμία του Brujah αυτού.
"Ο Ομόαιμος αυτός ήταν απλά εξωπραγματικός" σκέφτηκε ο Ed. Το ανάστημά του, ο αέρας του, όλα έβγαζαν κάτι ξένο, κάτι διαφορετικό. "Ίσως οι άνθρωποι από την ανατολική ευρώπη να είναι αρκετά διαφορετικοι από τους Αμερικάνους. Πόσο μάλλον οι Ομόαιμοι..."
Ήταν μάλλον εξ' αιτίας των καθηκόντων του που δεν τον ξαναείδε και δεν ξανάκουσε για εκείνον τόσο καιρό. Ήθελε να τον συναντήσει ξανά, ήθελε να παρατηρήσει κάθε λεπτομέρεια που μπορεί να του είχε ξεφύγει. Μα οι διαταγές ήταν διαταγές. Έπρεπε να μείνει εδώ, σκοπός.

Σε ένα διαμέρισμα του Brooklyn, Τρίτη 3 Απριλίου 2001, 18:34

Η Marlena σηκώθηκε διστακτικά από το κρεβάτι της, μετά από έναν ανήσυχο ύπνο. Δεν θυμόταν αν ονειρεύτηκε ή όχι, είχε απλά ένα βάρος στο στήθος της. Περπάτησε αργά προς το μπάνιο, παραπατώντας και τρεκλίζοντας, ανήμπορη να περπατήσει σε μια ευθεία γραμμή. Φτάνοντας στον νιπτήρα, έριξε όλο της το βάρος πάνω του και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα κοντά μαλλιά της ήταν ακατάστατα, υπήρχε ακόμα αίμα στην άκρη του στόματός της και μια μελανιά στο λαιμό της. Θυμήθηκε τις ευχάριστες στιγμές με τον εραστή της χτες το ξημέρωμα, και τις λιγότερο ευχάριστες στιγμές που ακολούθησαν.
Κοιτάζοντας πιο ψηλά είδε κάτι που την προβλημάτισε. Πλησίασε κι άλλο τον καθρέφτη. Το δεξί της μάτι, μολυσμένο εδώ και 10 χρόνια, φαινόταν να βγάζει κάποιου είδους υγρό. Πήρε μια πετσέτα και το σκούπισε, μα δεν σταμάτησε παρά μετά από λίγα λεπτά. Τότε ξαφνικά το υγρό σταμάτησε να αναβλύζει και η Marlena κοιτάχτηκε άλλη μια φορά επίμονα μέσα στον καθρέφτη. Το μάτι της φάνηκε να κινείται αυτοβούλως, δεξιά κι αριστερά, με τόσο μεγάλη ταχύτητα που η -σχεδόν κατεστραμένη- κόρη άρχισε να παίρνει σχήματα.
Το Κτήνος, όπως και το προηγούμενο βράδυ, ούρλιαξε μέσα της. Η Marlena άρχισε να χτυπά τα χέρια της στο νιπτήρα, ύστερα στους τοίχους, με σπασμωδικές και ακαθόριστες κινήσεις. Έπεσε στο πάτωμα όπου και συνέχισε να υποφέρει, να σπαράζει και να ουρλιάζει. Ύστερα γαντζώθηκε από το νιπτήρα και μαζεύοντας όλη της τη δύναμη κατάφερε να σταθεί στα πόδια της, μουγκρίζοντας με αναφιλητά, και με μίσος έσπασε τον καθρέφτη. Έπεσε στα γόνατα, σαν να δέχτηκε κάποιο θανατηφόρο πλήγμα στη μάχη, και φάνηκε να χαλαρώνει. Μη ελέγχοντας πλέον τις κινήσεις της, κοιτούσε αποσβολωμένη τον εαυτό της να δρα. Το χέρι της σήκωσε ένα μεγάλο κομμάτι από τα θρύψαλα του καθρέφτη και το έφερε στο ύψος των ματιών της.
Προσπάθησε να αντιδράσει, να γυρίσει αλλού, μα δεν έλεγχε στο ελάχιστο τον εαυτό της. Με δύναμη το κομμάτι του καθρέφτη κατευθύνθηκε προς το δεξί της μάτι, απελευθερώνοντας έναν βίαιο πίδακα αίματος. Οι κινήσεις διαδέχτηκαν η μία την άλλη, με αυξανόμενη βιαιότητα προς το ίδιο της το πρόσωπο, μέχρι που κατακρεούργησε όλη τη δεξιά του πλευρά.
Μετά όλα έγιναν σκούρα.


Κάπου στους υπονόμους του Manhattan, Δευτέρα 2 Απριλίου 2001, 19:29

Ο Ed άρχισε να περπατάει νευρικά μπροστά από την πόρτα, σε έναν μικρό κύκλο. "Δεν μπορεί να υπάρχει πιο βαρετό πράγμα από το να φυλάς ένα άγνωστο για όλον τον κόσμο μέρος, όπου κανείς και για κανέναν λόγο δεν θα ερχόταν εδώ. Ή τουλάχιστον μέχρι κάποιος να μάθει ποιος βρίσκεται μέσα σε αυτό το δωμάτιο."
Όπως και να 'χε, ο Ed ευχόταν να άλλαζε αποστολή. Ας έκανε κάτι πιο επικίνδυνο, δεν είχε κανένα πρόβλημα. Ίσως μια μέρα, όταν θα ήταν και εκείνος ανάμεσα στους Ομόαιμους, να μπορούσε να διαλέξει ο ίδιος για τον εαυτό του τι αποστολές θα αναλάβει. Ίσως με την προϋπηρεσία του να του έδιναν και κάποιο σημαντικό πόστο στην κοινωνία. Σερίφης, τι δεν θα έδινε να ήταν Σερίφης. Αλλά όχι Scourge. Οτιδήποτε άλλο, μα όχι Scourge. Αυτό ίσως να τον τρέλαινε περισσότερο από την αποψινή του βαρεμάρα.
"Το ίδιο δεν έπαθε και ο Morgan;" σκέφτηκε. Είχε ακούσει ότι οι Malkavians είναι "περίεργοι", μα ο Morgan ήταν ο μόνος που είχε γνωρίσει, και αυτός ο τύπος ήταν σίγουρα τρομακτικός. Τα μάτια του τα ίδια σού ενέπνεαν ένα ακατανόητο συναίσθημα, τόσο ξένο που δεν καταλάβαινες αν άλλαζε κάθε στιγμή ή αν παρέμενε το ίδιο. Ένιωθες αρχικά πως κάτι θέλει από εσένα, κάτι ίσως θέλει να σου πει, ή σου έκανε με το επίμονο αυτό βλέμμα του ένα νόημα που έπρεπε να καταλάβεις, ή ίσως περίμενε να του πεις εσύ κάτι ή πάλι ίσως...
Ο Ed σταμάτησε τις ίδιες του τις σκέψεις πριν τον κατακλύσουν. Ποτέ δεν κατάλαβε πώς είναι δυνατόν και μόνο στη σκέψη αυτού του Ομόαιμου να χάνει το μυαλό του κάθε ειρμό. Τρομακτικός Ομόαιμος, δεν χωρά αμφιβολία. Και δεν είχε καν αρχίσει ποτέ να σκέφτεται αυτά που κάνει αυτός ο Ομόαιμος, μόνο αυτό που είναι. Γιατί τα καθήκοντά του, τα καθήκοντα ενός Scourge, ήταν τόσο μα τόσο απάνθρωπα: Δολοφονία κατά διαταγή, εν ψυχρώ, χωρίς δισταγμό, χωρίς ενοχές. Δολοφονία αθώων και ενόχων με την ίδια ψυχρή αποφασιστηκότητα.
"Μια τέτοια δουλειά σε κάνει σαν τον David, δεν χωρά αμφιβολία."

Τελευταίος όροφος σε έναν ουρανοξύστη του Manhattan, Πέμπτη 22 Μαρτίου 2001, 21:45


Το μπαλκόνι του τελευταίου ορόφου φαινόταν να στέκεται στον ουρανό. Τα σύννεφα κάλυπταν την πόλη. Ένα ατελείωτο πέπλο γκρίζου που έκρυβε την Νέα Υόρκη. Τελικά ο τελευταίος όροφος, πράγματι σου γεννούσε την ψευδαίσθηση οτι περπατάς στα σύννεφα.

“ΑΑΑΑΑ” μια ξαφνική κραυγή που έσπασε την ηρεμία που επικρατούσε. Μια κραυγή διαρκείας, που περιείχε τόση ένταση και πόνο που θα τρόμαζε και τον πιο θαρραλέο άντρα. Ο Ομόαιμος είχε κλείσει τα μάτια και απλά ούρλιαζε. Έκανε κάτι τόσο ασήμαντ, τόσο συνηθισμένο, τόσο ανούσιο. Αλλά και τόσο αληθινό, έπειτα από τόσες νύχτες. Νύχτες που το ψέμα είχε γίνει βίωμα. Η παραπλάνηση είχε γίνει τρόπος ζωής. Η υποκρισία είχε πάρει τη θέση της καθημερινότητας. Τρία συστατικά που θα αποτελούσαν ένα προσωπείο ικανό να προσφέρει κάλυψη στο πέρας των χρόνων, μέχρι να φτάσει στη κορυφή. Και τώρα που η κορυφή ήταν τόσο κοντά, ξαφνικά το προσωπείο δε μπορόυσε να ξεχωρίσει. Δε μπορούσε να βγει από το πρόσωπο του. Το προσωπείο δε θα έφευγε απο κει χωρίς να παλέψει. Είχε αποκτήσει ύπαρξη. Δεν ήταν πλέον κάτι αφηρημένο. Ήταν ο Maximillion Brown, και δε θα παρατούσε τόσο εύκολα το σώμα και τη ψυχή του ομόαιμου που κάποτε άκουγε στο όνομα Shankar Janni.
Η θέληση του να υπάρξει στα θεμέλια της Κοινωνίας τους, η σκέψη του να ξεχωρίσει όντας ένας απο αυτούς, η προσπάθεια να ανέβει στο τελευταίο σκαλοπάτι, είχε προς το παρόν ένα αποτέλεσμα. Κάποτε θα έδινε μια δέυτερη ευκαιρία σε κάθε αθάνατο. Πλέον κάθε επιπλέον ευκαιρία ήτο σημάδι αδυναμίας. Και ο Μαximillion μπορεί να ήταν πολλά, αλλά σίγουρα όχι αδύναμος.
Το προσωπείο ήταν δυνατό, πολύ δυνατό... “Μπορώ” ψιθύρισε ο ομόαιμος αμέσως μετά την κραυγή. Σαν μικρό παιδί που κοιτώντας στον ουρανό περιμένει να βρει την απάντηση. Την δύναμη που ψάχνει. Τον Θεό, που τόσα πολλά έχει ακούσει. Ήταν η πρώτη από τόσες νύχτες που η μάσκα που φορούσε δε μπόρεσε να επιβληθεί. Είχε ραγίσει.
Τράνταξε βίαια τα χέρια του, σα να έσπαζε τις αλυσίδες που είχε φορέσει μόνος του. "Είναι η δική μου δεύτερη ευκαιρία" μονολόγησε και πάλι.
Περπάτησε στα σύννεφα ξέροντας ότι το προσωπείο που κουβαλούσε μαζί του ήταν σίγουρα κάπου εκεί. Και αυτό σίγουρα δεν είχε ανάγκη από κραυγές και Θεούς. Η τελική μάχη δεν είχε δωθεί...


Κάπου στους υπονόμους του Manhattan, Δευτέρα 2 Απριλίου 2001, 20:01

Μέσα από το δωμάτιο ένας θόρυβος τράβηξε την προσοχή του. Χωρίς δεύτερη σκέψη άρπαξε την καραμπίνα του και άρχισε να ψάχνει τη ζώνη του, μη αφήνοντας τα μάτια του από την πόρτα. Για πρώτη φορά στη ζωή του ο πανικός τον είχε κυριεύσει. Τα κλειδιά του δεν ήταν πουθενά, δεν μπορούσε να τα βρει κρεμασμένα στη ζώνη του, εκεί που έπρεπε να είναι. Το μυαλό του άρχισε να θολώνει. Υπήρχαν τόσα για τους Ομόαιμους που δεν ήξερε και δεν μπορούσε καν να υποθέσει το πώς μπορεί κάποιος να ήταν μέσα και εκείνος να μην είχε καταλάβει το παραμικρό. Οι συνέπειες, ο θυμός του κυρίου του, όλα άρχισαν να μπλέκονται μαζί με το απίστευτο άγχος να βρει τα κλειδιά του. Σταμάτησε να προσπαθεί όμως όταν τα βαριά βήματα πλησίασαν αρκετά την πόρτα. Έπιασε την καραμπίνα του και έκανε δύο βήματα πίσω. Θα έκανε παραπάνω, μα τα κομμάτια της πόρτας έπεσαν πάνω του με δύναμη και τον έβγαλαν από την ισορροπία του. Έπεσε μέσα στα λύματα, φωνάζοντας μέσα στον πανικό του. Το βρώμικο νερό φάνηκε να παίρνει μορφή, να τον αγκαλιάζει και να τον τυλίγει, να τον δένει μέσα του, σαν μια φυσική δύναμη που δεν μπορείς να αντισταθείς. Άρχισε να παλεύει, προσπάθησε να πιάσει δυνατά το όπλο του, μα το νερό του το πήρε μακριά, συνεχίζοντας να τον καταπίνει. Τότε ήταν που ένιωσε το τέλος να έρχεται, τότε ήταν που ένιωσε το νερό να τον πιάνει από το γιακά και να τον σηκώνει στον αέρα. Φαντάστηκε τον εαυτό του να κατασπαράζεται στα επόμενα δευτερόλεπτα από το μαγικό αυτό τέρας, το φτιαγμένο από νερό, να χάνεται στα βάθη των υπονόμων και να πνίγεται τελικά μέσα σε μια μανιασμένη μάχη να απελευθερωθεί. Ένιωσε να βρίσκεται στον αέρα, στο έλεος πλέον αυτόυ του γιγάντιου υδάτινου χεριού που τον κρατούσε. Τόλμησε να ανοίξει τα μάτια του, να αντικρύσει το τέλος του.

O Theo Bell τον κοίταζε με μία μίξη θυμού και ελέους.
-Τι διάολο σε έπιασε, Ed?

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2007

Τα Δεσμά του Ερμή

Manhattan, Τρίτη 6 Μαρτίου 2001, 04:36

-Έπρεπε να γίνει έτσι λοιπόν; ρώτησε ο Maximilion.
Ακίνητος, ταπεινωμένος και νικημένος, ο Ερμής δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να αντισταθεί πλέον. Η νίκη του Maximilion ήταν ολοκληρωτική.
- Είχες την ευκαιρία να με υπηρετήσεις και να κερδίσεις όσα χρειαζόσουν. Μα εσύ ήθελες περισσότερα. Ο Maximilion προχώρησε με αργά βήματα προς την πόρτα. Άγγιξε την κάσα της και την περιεργάστηκε από πάνω ως κάτω. Αρνήθηκες, γιατί υπηρετείς έναν Θεό. Και αυτός ο Θεός με θεωρεί ανάξιο να σε σκλαβώσω, συνέχισε με έναν εμφανώς ειρωνικό τόνο. Και πώς τελικά τα κατάφερα; ρώτησε τον Ερμή, γυρνώντας απότομα προς το μέρος του. Μήπως τα πιστεύω σου όλα τώρα τίθενται υπό αμφισβήτηση; Ή ακόμα και σε αυτό το σημείο εξακολουθείς να τα υπερασπίζεσαι; Κοίταξε, κοίταξε πού σε έφεραν!
Ο Ερμής έμεινε ακίνητος. Δεν μπορούσε να πει τίποτα, δεν μπορούσε να αντιδράσει. Και τώρα έπρεπε να υπομείνει το μαρτύριο αυτό, να ακούει έναν άπιστο να αμφισβητεί το θεό του. Και να μην μπορεί να κάνει τίποτα γι' αυτό. Μέσα του όμως ήξερε πως ο θεός του δεν τον εγκατέλειψε. Έπρεπε απλώς να αποδείξει την αξία του. Ήταν μια δοκιμασία, ένα εμπόδιο που έπρεπε να ξεπεράσει ακόμα, στην ατέλειωτη πορεία του προς το τέλειο. Ήξερε πως είχε αποτύχει, είχε απογοητεύσει το θεό του. Και τώρα πλήρωνε γι' αυτό. Και έπρεπε για άλλη μια φορά να πάρει τον έλεγχο εν καιρώ. Το μόνο που του ερχόταν στο μυαλό ήταν τα λάθη που έκανε. Και ήταν πολλά...
Το βλέμμα του χάθηκε κάπου στο κενό, με τη φωνή του Maximilion να μακραίνει και να εξαφανίζεται. Συγκεντρώθηκε, μήπως και θυμηθεί όλα όσα συνέβησαν, να δει πού έκανε λάθος. Μα κυρίως για να μην ακούει τον πομπώδη λόγο του Ομόαιμου που στεκόταν απέναντί του. Του έδωσε όλα όσα έχει τώρα, του έδωσε τον έλεγχο. Γιατί; Πώς καταδέχτηκε να κάνει κάτι τέτοιο για έναν άπιστο; Αν ζούσε ακόμα θα δάκρυζε στη σκέψη των πράξεών του. Έδειξε εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη του αυτή τον κατέστρεψε. Έβαλε σε κίνδυνο το έργο που επιτελεί, έβαλε σε κίνδυνο την πατριά του, έβαλε σε κίνδυνο τα πάντα με την εμπιστοσύνη που έδειξε. "Καταραμένο ανθρώπινο συναίσθημα!" αναλογίστηκε.
- Προσπάθησες να μπεις ανάμεσα σε εμένα και τους στόχους μου, Ερμή. Θα μάθεις, με τη θέλησή σου ή όχι, να μην το ξανακάνεις. Προχώρησε προς την πόρτα και την άνοιξε. Θα μάθεις να υπηρετείς έναν και μοναδικό αφέντη. Τέρμα οι θεοί και οι ουράνιοι προστάτες, τόνισε βγαίνοντας από το δωμάτιο. Πλέον ο Θεός σου θα είμαι εγώ, και το θέλημά μου θα είναι η διαταγή, η υποχρέωση, ο ίδιος ο σκοπός της μίζερης ύπαρξής σου!
Το βίαιο κλείσιμο της πόρτας και τα λόγια του Maximilion τσάκισαν το ηθικό του Ερμή. Απέμεινε μόνος, αβοήθητος και αδύναμος. Θυμήθηκε πώς ξύπνησε πριν 50 χρόνια, ακριβώς στην ίδια κατάσταση.


Σε κάποιον εθνικό δρόμο, Τετάρτη 14 Μαρτίου 2001, 00:14

"Θέλω να ψάξεις κάτι για μένα. Είναι κάτι αρκετά ριψοκίνδυνο. Ή τουλάχιστον εμένα έτσι μου φαίνεται. Ναι, φυσικά. Θα ανταμειφθείς για αυτό. Τα κλασσικά. Όχι.. Μην ανησυχείς. Από χρόνο κάθε άλλο. Θα λείψω από την πόλη για ένα διάστημα. Περίπου ένα με δύο μήνες. Ίσως και παραπάνω. Θα βάλω μια προκαταβολή στη θυρίδα για να εξασφαλίσεις ότι θα γυρίσω να συλλέξω τις πληροφορίες που σου ζητάω.
Λοιπόν. Επί τούτου... Υπάρχει στην πόλη ένας τύπος..."
Η αποστολή ήταν ξεκάθαρη. Και ο στόχος του ταξιδιού το ίδιο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο δειλός. Πρώτη φορά. Έτρεχε, όσο αξιοπρεπώς και να το έκανε, έτρεχε να ξεφύγει από τα πάντα. Άργησε, μα κατάλαβε ότι η πόλη δεν ήταν για εκείνον. Ήθελε να πάει σπίτι του. Και το σπίτι του ήταν μακριά από αυτή την καταραμένη πόλη. Ήταν άνθρωπος της υπαίθρου, ήταν ένα αγρίμι που είχε κλειστεί οικειοθελώς στο κλουβί της μεγαλούπολης. Και με τι αντάλλαγμα; Μια κοινωνία στην οποία δεν βρήκε ακόμα τη θέση του, μία αιώνια σκοτεινή και τρομαχτικά άγνωστη σε αυτόν κοινωνία.
Έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να φέρει στο μυαλό του μια ευχάριστη ανάμνηση. Έπρεπε να ταξιδέψει πολύ πίσω. Να περάσει από χιλιάδες δυσάρεστες συναντήσεις, να δει πολλά μισητά πρόσωπα, να ακούσει εκατομμύρια ψέματα και να γευτεί την προδοσία σχεδόν από κάθε σύντροφο που είχε ποτέ. Τότε που είχε την καρδιά, τη θέληση να προσφέρει κάτι. Τότε που ήταν αρχηγός, τότε που πήρε στις πλάτες του την Πατριά και την πόλη ολόκληρη. Για να υποκύψει εν τέλει κάτω από το βάρος τους, σαν γέρικο άλογο ζωσμένο με πέτρες, στο λιοπύρι, στην ανηφόρα. Γιατί οι αναποδιές έφταναν η μία μετά την άλλη, αδιάκοπα, σαν κάποιος να την εκτόξευε με ένα πυροβόλο. Και τότε έβρισκε καταφύγιο στο μόνο πράγμα που του έδινε χαρά, έδινε νόημα στις νύχτες του ή απλά άλλοθι στην ανίερη υπόστασή του: η διδασκαλία.
Η Sarah, η Monique, η Roxanne... Ο Leonardo, ο Nickolas... Και ο Vladimir. Ο μαθητής του που ποτέ δεν κατάφερε να γίνει κύριος του εαυτού του. Ο μαθητής τον οποίο απογοήτευσε και με τη σειρά του και ο ίδιος απογοητεύτηκε. Ήταν η μεγαλύτερη ελπίδα του και η χειρότερη αποτυχία του. Και για όλα έφταιξε ο τωρινός μέντορας του Vladimir, ο δαίμονας Αλέξανδρος. "Καταραμένος να είναι!" σκέφτηκε. Ύστερα χαμογέλασε με την ειρωνία της ίδιας του της φράσης. Και το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Η ψυχή του έβραζε, ξαφνικά.

Manhattan, Τετάρτη 14 Μαρτίου 2001, 3:15

Το είδωλο στον καθρέφτη δεν ήταν δικό του. Ήταν ένας άλλος, κάποιος παλιός γνωστός. Ήταν ο Lothar Constantine, ο άρχοντας της Νέας Ορλεάνης, νεκρός εδώ και έναν αιώνα. Παραπάνω από αυτό, θαρρούσε. Πετυχημένος μα ακόμα φιλόδοξος. Ταλαντούχος μα τελειομανής. Θρύλος, μα νεκρός πλέον. Προδομένος από το ίδιο του το αίμα, τα ίδια του τα παιδιά.
Κούνησε έντονα το κεφάλι του πέρα δώθε, για να αποτινάξει από το μυαλό του τις μακάβριες σκέψεις και τον αναπόφευκτο και απειλητικό παραλληλισμό με τον εαυτό του. Δεν θα άφηνε τον εαυτό του να πάθει τα ίδια. Θα ξεπερνούσε όλα τα εμπόδια, με τη βοήθεια του μεγαλύτερου μαθήματος που αποκόμισε από το θάνατο του Constantine: να μη γυρνάς την πλάτη σου σε κανέναν, ούτε στους πιο έμπιστους υπηρέτες σου. Ποτέ δεν ξέρεις ποιο μαχαίρι έχει ακονισμένο, προετοιμασμένο ειδικά για εσένα.
Κοίταξε τον εαυτό του στα μάτια. Χάιδεψε το ροδαλό μάγουλό του. Χαμογέλασε. Όχι, δεν θα γινόταν αυτός η θυσία. Θα ήταν ο ίδιος αυτός που θα έπαιζε με τις μαριονέτες. Κανείς δεν τον ήξερε, κανείς δεν ήξερε τι γινόταν. Κανείς δεν φανταζόταν, δεν θα μπορούσε να φανταστεί πώς μια ιστορία 120 χρόνων θα κατέληγε. Τόσο έντιμα. Τόσο ένδοξα. Τόσο σωστά.
"Άρχοντα Constantine, το τέκνο σου σε ψηλαφεί στην κορυφή των Γαλαζοαίματων. Τώρα έφτασε η ώρα να σε ξεπεράσει. Να φτάσει σε μέρη που εσύ δεν τόλμησες να εξερευνήσεις. Δώσε μου τη δύναμή σου, τη δόξα σου, την τιμή και την ανδρεία σου. Ας είναι αυτή η νύχτα ένα νέο ξεκίνημα για τον ελεύθερο πλεόν Vladimir, το δυνατό Vladimir."
Δεν του ταίραζε τόση υπερηφάνεια για τον εαυτό του. Γρήγορα σταμάτησε αυτό το θέατρο. Οι μαύρες σκέψεις ξανάρθαν. Σοβάρεψε. Δεν έπρεπε να υποπέσει σε τέτοια λάθη. Έπρεπε να είναι συγκεντρωμένος. Όλα ήταν ρευστά. Έπρεπε να μαζέψει όλες του τις δυνάμεις και να σχεδιάσει τις επόμενες κινήσεις του. Μα πρώτα έπρεπε να συμβουλευτεί το Μέντορά του.

Κάπου στους υπονόμους της New York, Τετάρτη 14 Μαρτίου 2001, 6:23

-Αναρωτιέμαι, Teddy, αν θα πρέπει να φύγουμε από αυτό το μέρος, είπε η Sunshine με το βλέμμα χαμηλωμένο. Φαίνεται πως δεν είμαστε καλοδεχούμενοι πουθενά. Και εδώ ο ίδιος ο χώρος μας διώχνει. Προσπαθεί να μας ξεφορτωθεί. Να μας εξοντώσει. Δεν ξέρω, ίσως να είναι καλύτερα, ίσως και χειρότερα. Πραγματικά δεν ξέρω...
Ο Teddy κάθισε αμίλητος απέναντί της. Της έπιασε συμπονετικά το χέρι. Εκείνη σήκωσε το βλέμμα για να βρει το δικό του. Δεν μίλησαν για αρκετή ώρα. Κανείς δεν ήξερε τι πραγματικά θα γινόταν αν έμεναν κι άλλο εδώ. Έμοιαζε πως από στιγμή σε στιγμή το μέρος ολόκληρο θα μεταμορφωθεί σε ένα μυθικό τέρας για να τους καταβροχθίσει όλους, με το μίσος αιώνων, σκορπώντας τον τρόμο και τον πανικό. Μα τίποτα δεν τους φόβιζε. Μεγάλωσαν δίπλα στη Μητέρα. Είδαν τη φρίκη, είδαν τον αιώνιο πόνο, τον τρόμο να πολλαπλασιάζεται νύχτα τη νύχτα, να γεννιέται και να ξαναγεννιέται, αδιάκοπα, ακούραστα, ασυνάρτητα. Τι να τους φοβίσει πλέον;
- Πολύ φοβούμαι πως θα πρέπει να φύγετε όμως, αγαπητή Καϊνίτισα. Η βραχνή φωνή ήχησε από την είσοδο του δωματίου. Όλοι γύρισαν απότομα προς το μέρος της. Το μέρος πλέον δεν είναι για εσάς. Βρίσκεστε σε πολύ μεγάλο κίνδυνο. Τόσο εσείς όσο και η Μητέρα.

Σε μια φτωχική συνοικία του Queens, Παρασκευή 20 Απριλίου 2001, 20:56

- Σκέφτηκα πως θα ήθελες να το ξέρεις, ήρθα να σου το πω με τη μία. Δεν ξέρω αν πρόκειται για σένα, μα ξέρω πως θα ήθελες να πάρεις τις προφυλάξεις σου... Δεν είσαι εσύ, έτσι δεν είναι;
- Είμαι ακριβώς αυτό. Το θέμα όμως είναι πώς ακριβώς κυκλοφόρησε το νέο τόσο γρήγορα. Φαντάζομαι πως έχω πολλά να μάθω για αυτή την εποχή. Σε παρακαλώ, άσε με να μείνω στις σκιές για ένα διάστημα. Η δύναμή μου δεν έχει κανένα νόημα, αν όλοι είναι στο κατόπι μου. Όταν όμως θα χρειαστεί θα χτυπήσω. Πες μου κάτι... Οι Αθάνατοι ακόμα φοβούνται το άγνωστο;

Σε έναν υπόγειο ναό στο Harlem, Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2002, 10:43

"Εξασθενεί" δηλωσε σοβαρά ο Fanti στους υπόλοιπους, αφού και οι τέσσερις πήραν τις θέσεις τους στο μακρόστενο τραπέζι των συνδριάσεων. "Σε λίγο ό,τι και να κάνουμε δεν θα μπορεί να τον προστετεύσει. Νομίζω πως είναι καιρός να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, δεν νομίζετε;"
"Κάποιος μας λέει ψέματα" είπε ο Ibo, διατυπώνοντας τη σκέψη που υπήρχε στο μυαλό όλων τους εδώ και πολύ καιρό. "Δεν θέλω να το πιστέψω για κανέναν από τους δύο, μα τα γεγονότα μας πιέζουν πλέον να δούμε ποιο τέκνο ξεστράτισε από το δρόμο του Σετ και γιατί."
Έπεσε σιωπή στο τραπέζι. Κανείς δεν είχε κάποιο σχόλιο να κάνει, μα ήξεραν όλοι τι έπρεπε να γίνει. Είτε ο Ερμής είτε ο Ελί δρούσε για τον εαυτό του και κατάφερε να διασπάσει την ενότητα του Ναού. Και αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί.
"Τα στοιχεία μας δείχνουν από πού πρέπει να αρχίσουμε, δυστυχώς ή ευτυχώς. Ο Ελί ήταν ο αρχηγός μας, οπότε θα πρέπει να του δώσουμε την ευκαιρία που τόσο καιρό ζητά από εμάς. Και ας προσευχηθούμε όλοι ο Σετ να μας καθοδηγήσει στο τι μέλλει γενέσθαι..." συνέχισε ευλαβικά ο Ibo.
"Ας έρθει ενόπιόν μας ο Ελί Σανσαρίκ" πρόσταξε ο Neil τον παρευρισκόμενο υπηρέτη. Εκείνος έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι και βγήκε από το δωμάτιο, για να επιστρέψει μετά από λίγη ώρα συνοδεύοντας τον πρώην Μεγάλο Αρχιερέα στην αίθουσα. Οι παρευρισκόμενοι προσπάθησαν να αποφύγουν το βλέμμα του και εκείνος προχώρησε κουρασμένα προς τη γνωστή του θέση. Κάθισε με μεγάλη ανακούφιση και τους κοίταξε όλους.
"Χαίρομαι για αυτή την ευκαιρία που μου δίνεται να αποδείξω επιτέλους τα λόγια μου, αδέρφια" είπε θερμά. "Υποθέτω πως οι έρευνές σας δεν απέφεραν καρπούς τόσους μήνες. Μα ξέρω πως δεν είναι μόνο η έλλειψη της καθοδήγησής μου και της ενότητάς μας, αλλά κυρίως οι μηχανορραφίες του ξεστρατημένου αδερφού μας, του Ερμή Ελράιχ."
Έπεσε σιωπή στο τραπέζι. Ο Ibo κατάλαβε πως έπρεπε να πάρει την πρωτοβουλία ξανά.
"Δεν είσαι εδώ επειδή έχουμε βγάλει συμπεράσματα, Ελί. Είσαι εδώ μήπως και βγάλουμε συμπεράσματα. Μέχρι να αποδείξεις τα λεγόμενά σου, όσο και να μας λυπεί, είσαι υπό αμφισβήτηση, μην το ξεχνάς."
Ο Ελί δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά του για αυτό. Μα έγνεψε καταφατικά.
"Το γνωρίζω πολύ καλά, αδερφέ μου. Απλά είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα και το δίκαιο που έχω, και δεν φοβούμαι διότι ο Σετ γνωρίζει πώς να προφυλάττει τους δούλους Του. Χαίρομαι για την αντιμετώπισή σας, όσο και αν με μειώνει, γιατί είναι αυτό που περιμένει ο Σετ από εσάς. Και από εμένα περιμένει να ανταπεξέλθω σε μία ακόμη δοκιμασία." Το βλέμμα του σκοτείνιασε ξαφνικά και συνέχισε: "Αυτό που δεν μπορεί να επιτρέψει ο Σετ είναι η συμπεριφορά του Ερμή. Μα δεν είναι δικό του το λάθος... Ο Ερμής - και τα λεγόμενά μου μπορώ να τα αποδείξω - βρίσκεται υπό την επιρροή ενός Άπιστου και δεν ευθύνεται για τις ενέργειές του. Είναι υπεύθυνος μόνο για όσες πράξεις τον άφησαν στο έλεος αυτού του πλάσματος. Μα ο σκοπός μου δεν είναι να είμαι αυστηρός ή τιμωρός. Είμαι ένας υπηρέτης του Σετ που κάνει το καθήκον του και επαναφέρει έναν χαμένο υιό Του πίσω σε Αυτόν."
Η τετράδα παρέμεινε σιωπηλή. Κούνησαν τα κεφάλια τους συγκατανεύοντας.
"Τι χρειάζεσαι;" ρώτησε ο Falek.
"Επικοινωνία με τον Μάγο Lord Wainwright. Και τον Ερμή σε αυτόν τον χώρο. Κανονίστε μια συνάντηση μαζί του."

Σε έναν υπόγειο ναό στο Harlem, Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2002, 00:30

"Με ειδοποιήσατε αδερφοί μου, να έρθω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Συμβαίνει κάτι;" είπε με αυθεντικό ενδιαφέρον ο Ερμής.
Οι Σετίτες κοιτάχτηκαν μεταξύ του. "Κάθισε Ερμή" πρότεινε ο Falek στον νεοφερμένο. Εκείνος κάθισε με όλο και αυξανόμενη απορία.
"Αδερφέ Ερμή, αμαρτήσαμε και σου ζητούμε συγνώμη" είπε με χαμηλωμένο βλέμμα ο Ibo.
"Τι ακριβώς συμβαίνει;" ζήτησε να μάθει ο Ερμής με αγωνία για το τι θα ακούσει.
"Αμαρτήσαμε ενόπιον του Σετ εις βάρος σου. Συνομοτήσαμε ενάντια σε εσένα αδερφέ Ερμή, σε αμφισβητήσαμε όλοι" συνέχισε ο Ibo. "Έχουμε ασφαλώς τους λόγους μας και καλύτερα θα σου τους εξηγήσει κάποιος άλλος" είπε κοιτάζοντας πίσω από τον Ερμή.
Εκείνος γύρισε να συναντήσει το αίνιγμα. Στη θέα του κουρασμένου Ελί, ο Ερμής φάνηκε να ανακουφίζεται. Σηκώθηκε επίσημα και στάθηκε μπροστά του.
"Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω Ελί. Είχα αρχίσει να χάνω κάθε ελπίδα πως θα σε ξανά..."
"Σταμάτα αυτό το θέατρο, Ερμή!!" φώναξε με όση δύναμη μπόρεσε να μαζέψει ο Ελί.
Ο Ερμής πισωπάτησε και κοίταξε όλα τα άτομα στο δωμάτιο. Οι υπόλοιποι Σετίτες έμοιαζαν να νιώθουν αμήχανα με την εξέλιξη της σκηνής, μα σίγουρα ήξεραν το τι συνέβαινε. Ο Ελί από την άλλη, με το εξαγριωμένο βλέμμα του και την πεποίθηση προφανώς ότι ξέρει κάτι παραπάνω στεκόταν ακουμπισμένος στον τοίχο και αδύναμος. Η βραδιά προφανώς εκτυλισσόταν διαφορετικά από ότι την είχε σχεδιάσει, μα το ότι κατάφερε να βρει τον Ελί μετά από τόσο καιρό είχε γεμίσει τον Ερμή με ενέργεια. Ζήτησε να τον διαφωτίσουν ως προς το τι έχει συμβεί.
Ο Ibo πρόλαβε τον Ελί, πριν εκείνος αρχίσει να εκτοξεύει απειλές προς τον Ερμή.
"Ερμή υπάρχουν υποψίες, βάσιμες κατά τον Ελί, πως δεν ακολουθείς το δρόμο του Σετ. Πως κάτι θολώνει την κρίση σου και αλλάζει την πορεία σου. Και είμαστε εδώ απόψε για να εξακριβώσουμε το τι συμβαίνει."
Ο υπηρέτης μπήκε με ταπεινό βλέμμα και γονάτισε. "Ο επισκέπτης σας ήρθε, κύριοι" ανακοίωνσε, περιμένοντας τη διαταγή.
"Και ζητήσαμε τη βοήθεια κάποιου για να εξακριβώσουμε το τι ακριβώς συμβαίνει" συνέχισε ο Ibo. "Ας περάσει" διέταξε τον υπηρέτη, ο οποίος αμέσως σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα.

Σε ένα υπόγειο μπουντρούμι στο Harlem, Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2002, 00:30

"Δεν γνωρίζω τι ακριβώς συμβαίνει, Ερμή. Τα γεγονότα δεν με αφήνουν να δράσω διαφορετικά, αλίμονο. Μα πιστεύω σε σένα. Και όλα αυτά μου φαίνονται πολύ βολικά" εξομολογήθηκε ο Ibo.
Ο Ερμής του έπιασε τον ώμο. "Σε ευχαριστώ αδερφέ μου. Σημαίνει πολλά η στήριξή σου αυτή τη στιγμή. Τα γεγονότα που σας παρουσιάστηκαν δεν αφήνουν περιθώριο για δεύτερες σκέψεις. Ας είναι, θα το υπομείνω, θα υπομείνω την άδικη τιμωρία μου και θα προσεύχομαι στο Σετ να φωτίσει τον ηγέτη μας."
"Πρέπει να υπάρχει κάτι που μπορεί να γίνει... Σκεφτόμουν, Ερμή, πόσο καλές σχέσεις έχεις με τον Πρίγκιπα της Camarilla;"
"Τα εν οίκω μη εν δήμω, αδερφέ μου. Το πρόβλημα αυτό αφορά εμάς και μόνο εμάς. Δεν θα χρησιμοποιήσω τις επαφές μου για να γλιτώσω το τομάρι μου."
"Δεν είναι για σένα, δεν το βλέπεις;" είπε ξεσπώντας ο Ibo. "Αν είσαι αθώος σημαίνει πως ο Ελί λέει ψέματα! Και αυτό σημαίνει πως μας οδηγεί στην καταστροφή!"
Ο Ερμής έμεινε να σκέφτεται τα λόγια του Ibo. Όπως συνέβαινε τόσο συχνά ο νεαρός Σετίτης είχε δίκιο. Έφερε στο μυαλό του τον Clarke. Σκέφτηκε πόσο τον είχε αδικήσει και εκείνον.
"Ναι, πρέπει να ξεκαθαριστεί. Έχεις δίκιο. Επικοινώνησε σε αυτό το τηλέφωνο με τον Πρίγκιπα. Πες του πως τηλεφωνείς εκ μέρους μου και πως υπάρχει σοβαρό πρόβλημα και χρειάζομαι τη βοήθειά του" είπε ο Ερμής συγκαταβατικά.

Στο θέατρο "Paladium", Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2002, 4:32

Ο Πρίγκιπας μπήκε συνοδευόμενος από το οπλισμένο ghoul. Κρατούσε το αγαπημένο του σπαθί και ήδη το χέρι του τον έτρωγε να το χρησιμοποιήσει. Άλλοτε θα έφερνε κάτω όλο το κτίριο, μα όχι πια. Τώρα ήταν εδώ με την εξουσία που του έδινε η θέση του. Ήταν εδώ γιατί όλα κινδύνευαν να πάνε στραβά. Περπάτησε προς το εσωτερικό του εγκαταλελλειμένου θεάτρου και προσπάθησε να προσαρμόσει την όρασή του στο ημίφως. Διέκρινε μια φιγούρα να έρχεται με γρήγορα και επιθετικά βήματα προς το μέρος του. Χαμογέλασε.
"Τι μπορώ να κάνω για εσάς Πρίγκιπα;" τον ρώτησε ο Ελί όταν έφτασε μπροστά του. "Σε τι οφείλω την απρόσμενη αυτή επίσκεψη;"
Ο Maximilion κοίταξε αδιάφορα το χώρο τριγύρω, σχεδόν προσποιούμενος ότι ο Ελί δεν υπήρχε στον ίδιο χώρο. Αφού περιεργάστηκε όλο το χώρο στο οπτικό του πεδίο κοίταξε τον Ελί. Είδε το αποτέλεσμα που έψαχνε, το θυμό που ξεχείλιζε στο πρόσωπο του Σετίτη και τον οποίο προσπαθούσε να συγκρατήσει.
"Είμαι εδώ για να μου παραδώσεις τον Ερμή Ελράιχ" είπε τόσο απλοϊκά που ο Ελί πήγε να σκάσει.
"Αδύνατον!" απάντησε ο Αρχιερέας. "Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση! Κρατείται για εγκλήματα κατά των Αδερφών του!"
Ο Maximilion σοβάρεψε και το βλέμμα του λες θα τρυπούσε τοίχους. Έβαλε όλη του τη δύναμη να κάμψει τις αντιστάσεις του Ελί. Είδε τον Σετίτη να υποχωρεί μπροστά του, αποφεύγοντας σοφά να τον κοιτάξει κατάματα.
"Θα μου παραδώσεις τον Ερμή αυτή τη στιγμή κιόλας, Σανσαρίκ. Δεν είμαι εδώ για να παίξω παιχνίδια μαζί σου."
Ο Σανσαρίκ μάζεψε όσο θάρρος είχε για να σηκώσει το βλέμμα του, γεμάτο δυσαρέσκεια. Κοίταξε το ghoul. Του έκανε ένα νεύμα και εκείνος έτρεξε να υπακούσει στη διαταγή του Πρίγκιπα.
"Ελπίζω να καταλαβαίνετε, Πρίγκιπα, πως αυτό το σκηνικό πληγώνει βαθύτατα τις σχέσεις της Camarilla με τους Υπηρέτες του Σετ" είπε με αυτοπεποίθηση ο Ελί. "Να προσέχετε, οι εποχές είναι δύσκολες. Ειδικά όταν κάποιος κάνει λάθος συμμάχους και λάθος εχθρούς..."
Ο Πρίγκιπας δεν έδειξε να έχει το παραμικρό ενδιαφέρον για όσα έλεγε ο Ελί, οπότε και εκείνος σταμάτησε την προσπάθεια. Γύρισε αγενώς την πλάτη του και γύρισε στο εσωτερικό του θεάτρου. Στην πορεία του, όταν διασταυρώθηκε με τον Ερμή, του είπε γεμάτος κακία: "Οι σχέσεις σου με την Οικογένεια τελείωσαν Ερμή. Θεωρείσαι χαμένος για τους Ακολούθους του Σετ, μην το ξεχάσεις."

Στο γραφείο του Vladimir Mayakofski, Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2002,21:43

"Γιατί να οργανώσει όλα αυτά ο Πρίγκιπας" ρώτησε με απορία ο Ian, "αφού ξέρει πολύ καλά πως δεν βασίζονται σε γεγονότα. Δείχνει να μην κατανοεί τον κίνδυνο να γίνει ο περίγελως της πόλης ολόκληρης, οργανώνοντας μια δίκη η οποία είναι κατά βάθος παρωδία. Εννοώ, ξέρουμε όλοι πολύ καλά πως ο Σετίτης..."
Τον Gangrel διέκοψε ο ήχος της ενδοσυνεννόησης από το γραφείο του Vladimir. Ο τελευταίος κοίταξε ενοχλημένος πρώτα το μηχάνημα και έπειτα τις συρόμενες πόρτες του γραφείου του. Είχε ζητήσει να μην τους διακόψουν, ήταν ξεκάθαρος επ' αυτού. Κοίταξε τους καλεσμένους του και αισθάνθηκε άσχημα για τη διακοπή. Μα κάτι πρέπει να είχε συμβεί και οι δύο Gangrel δεν θα έδιναν μεγάλη σημασία στην έλλειψη φιλοξενίας.
"Με συγχωρείτε", είπε και προχώρησε βιαστικά προς την πόρτα, ανοίγοντάς την, μόνο για να δει τη γραμματέα του ανήσυχη. Κλείνοντας βιαστικά την πόρτα πίσω του την πλησίασε και τη ρώτησε γιατί τον διέκοψε δεδομένης της ρητής εντολής να μην το κάνει.
"Συγχωρέστε με" απάντησε τρομαγμένη η γραμματέας του, "μα η κα Horsmanden τηλεφώνησε. Ακούστηκε ιδιαίτερα εκνευρισμένη και όταν αρνήθηκα να της επιτρέψω να σας μιλήσει, δήλωσε πως θα έρθει η ίδια από εδώ να σας βρει", συνέχισε με μια ανάσα. "Πίστευα πως ήταν συνετό να σας ενημερώσω..."
Το βλέμμα του Vladimir μαλάκωσε. "Πολύ καλά λοιπόν, όταν έρθει πες της να μας συναντήσει μέσα." είπε και γύρισε πάλι στη συντροφιά του, για να ανακοινώσει πως "Περιμένουμε επισκέψεις... Φαίνεται πως πολλοί είναι εκνευρισμένοι από το γεγονός της δίκης."