Κάπου στους υπονόμους του Manhattan, Δευτέρα 2 Απριλίου 2001, 18:34
Ο υπηρέτης καθόταν στο πεζούλι με την καραμπίνα στα χέρια του. Με μία νευρική κίνηση του σώματος μπρος και πίσω προσπαθούσε να ξορκίσει τη νύστα του. Πέντε ώρες ακόμα και θα μπορούσε να ξεκουραστεί για λίγο. Μα προς στιγμήν ήταν σκοπός, και ήξερε πολύ καλά ότι ο Calebros θα απογοητευόταν αν τον έβρισκε να κοιμάται. Δεν μπορούσε να αποδιώξει όμως τη σκέψη ότι, παρά τη μεγάλη τιμή που του είχε γίνει να φυλάει τον Άρχοντα, η αποστολή του επισήμως ήταν η πιο βαρετή που του είχαν αναθέσει ποτέ. Ήξερε πως το θέμα ήταν να βρει κάποιος το κρυσφήγετο. Αν γινόταν αυτό, τότε ο ίδιος δεν ήξερε κατά πόσο θα μπορούσε να αντισταθεί στους εισβολείς. Αλλά η αποστολή είναι αποστολή και έπρεπε να τη φέρει εις πέρας. Στο κάτω κάτω το αντάλλαγμα άξιζε - άξιζε πολύ.
Κάθε τρίτη μέρα τα καθήκοντά του άλλαζαν. Μία μέρα σκοπιά, μία μέρα ξεκούραση και μία μέρα συνόδευε και υπηρετούσε τον δυναμικό άντρα που ήξερε ως Don Cerro. Και εκείνη η μέρα ήταν γεμάτη ενδιαφέρον, πάντα. Είχε έρθει στην πόλη, απ' ότι λεγόταν, για να στηρίξει το τέκνο του σε αυτή τη δύσκολη στιγμή. Μα λίγες νύχτες μαζί του, είχαν δώσει στον Ed να καταλάβει ότι οι λόγοι άφιξης του γηραιού Brujah ήταν περισσότεροι. Ο Don Cerro είχε αυτό το διερευνητικό βλέμμα που δεν συναντάς συχνά. Πιθανότατα κανείς από όσους είχαν την ευκαιρία να τον πλησιάσουν - και ήταν πολλοί - δεν το είχε καταλάβει. Ήξερε να το μεταμφιέζει καταλλήλως, πίσω από την ευγένεια μιας άλλης εποχής και με την υπερφυσική του, αφοπλιστική γοητεία. Μα όταν αποχωρούσε κάποιος από τη συντροφιά του το βλέμμα επέστρεφε, σαν σε δευτερόλεπτα μέσα ο Cerro να είχε φτιάξει τη δική του, προσωπική και απόρρητη αναφορά για το πρόσωπο που μόλις είχε συναντήσει, και την φύλαγε στην αρχειοθήκη του μυαλού του. Κανείς δεν ήξερε πως έτσι λειτουργούσε. Κανείς εκτός από τον Ed, που πρόσεχε κάθε λεπτομέρεια πάνω σε αυτόν τον τύπο.
Ο Calebros ο ίδιος δεν ήταν τόσο ευγενής. Ο Calebros είναι πράος, ήρεμος, συνετός. Αν προσθέσεις και το παρουσιαστικό του, καταλαβαίνεις πως δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γίνει σαν τον Cerro. Από την άλλη κατάφερνε αυτό που ήθελε: να τον αφήνουν όλοι όσο γίνεται στην ησυχία του και μόνο όταν αυτός το αποφασίζει να γίνει διαθέσιμος, μόνο τότε να φαίνεται πόσο πολύ τον έχουν όλοι ανάγκη. Αντίθετα τον Cerro φαινόταν από την πρώτη στιγμή πως όλοι τον ήθελαν από κοντά, τον ήθελαν φιλικό και θετικό απέναντί τους. "Διάολε, και εγώ θα ήθελα τον Μέντορα του Theo Bell για φίλο, δεν χωράει συζήτηση!"
Μα ο Cerro ήξερε πολύ καλά να παριστάνει τον φίλο, ενώ ταυτόχρονα δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω, τίποτα που να μην το σημειώσει, να μην το θυμηθεί μέρχι την επόμενη φορά που θα το χρειαζόταν. Θυμήθηκε τόσους και τόσους Ομόαιμους που πλησίασαν τον Cerro, με έναν αέρα σιγουριάς και με το χέρι φιλικά τεντωμένο για μια χειραψία.
Εντύπωση του έκανε ο κος Brown. Φαίνονταν να γνωρίζονται από παλιά με τον Don. Κάτι σχετικά με το Sire του κου Brown, μια παλιά υπόθεση, από την εποχή που ο Cerro ήταν αρχηγός ολόκληρης της Πατριάς του. Τον είχε ξαναπαρατηρήσει τον Brown. Και ο Calebros του είχε μιλήσει για αυτόν.
"Ο Brown είναι ο τύπος που έφτασε πολύ κοντά στο να τα χάσει όλα, ή ήρθε σε επαφή με κάτι που του άλλαξε τελείως την οπτική για τα πάντα. Βλέπεις το σθένος του, μαζί με την ευγένεια και το θάρρος που τον διακρίνει; Είναι ένας Ομόαιμος που θα πετάξει προς τα ψηλά, γιατί έχει βρει την αυτοπεποίθηση που του χρειάζεται. Ίσως έχει πολλά να κρύψει, όπως όλοι μας, μα αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι μπορεί να ηγηθεί. Θα τον δούμε πολύ τον κο Brown, Ed, θα τον δούμε να πετυχαίνει και μετά κανείς δεν ξέρει..."
Κάτω από το Άγαλμα της Ελευθερίας, Παρασκευή 6 Απριλίου 2001, 19:15
"Ο Brown? Ο Brown είναι ένας ομόαιμος που δεν ξέρω προσωπικά, παραπάνω από όσο ξέρω τον καθένα που έχω συναντήσει. Μα έψαξα γι' αυτόν, το παρελθόν του, τις ενέργειές του."
Γονάτισε στο χώμα και άρχισε να σκαλίζει με το νύχι του διάφορα ακαθόριστα σχήματα. Συνέχισε να εξιστορεί στο σύντροφό του τα έργα και ημέρες του Maximilion. Δεν ήταν κάτι που βοηθούσε στο παραμικρό. Φαινόταν σαν να είχε ώρα για χάσιμο, γι' αυτό μιλούσε για ώρες, μιλώντας για πράγματα περασμένα και ασήμαντα.
"Αυτά, αλίμονο, δεν βοηθάνε στο παραμικρό..."
"Ακριβώς, αγαπητέ μου!" είπε γυρίζοντας απότομα προς το μέρος του "ακριβώς έτσι σκέφτηκα και εγώ. Πώς γίνεται ένας Ομόαιμος ο οποίος για όλη του τη ζωή ήταν τόσο χαμηλών τόνων, να είναι τώρα για πολλούς η μέλλουσα ηγετική φυσιογνωμία της πόλης; Εγώ πιστεύω πως είναι ως εξής: Στη ζωή του κου Maximilion Brown κάτι συνέβη. Δεν γνωρίζω το τι, μα ήταν τόσο μεγαλειώδες ή τόσο φριχτό, τόσο έντονο όπως και να έχει, που είχε τη δύναμη να του αλλάξει όλη του τη νοοτροπία. Δεν ξέρω αν ήταν ο θάνατος του Sire του και η όλη παρωδία που έπαιξε η Kemintiri, ή αν είναι κάτι που η ιστορία δεν κατέγραψε επίσημα, μα ο κος Brown είχε μια εμπειρία που του άλλαξε τα δεδομένα, τον έκανε δραστήριο, αδίστακτο και παθιασμένο. Όταν βρεις τι ήταν αυτό, τότε θα ξεκλειδώσεις ολόκληρο το είναι του. Προσωπικά δεν νοιάζομαι καθόλου για εκείνον."
Κάπου στους υπονόμους του Manhattan, Δευτέρα 2 Απριλίου 2001, 19:01
Ο Radu ήταν ένας ακόμα Ομόαιμος που έκανε εντύπωση στον Ed. Θυμήθηκε εκείνο το βράδυ, στα εγκάνια του μαγαζιού του Brown, όταν κατέφτασε εκείνος στην πόλη και παρουσιάστηκε στον Calebros. Όλοι, ακόμα και οι πιο παλιοί, ακόμα και ο Calebros, είχαν μείνει άναυδοι από τη φυσιογνωμία του Brujah αυτού.
"Ο Ομόαιμος αυτός ήταν απλά εξωπραγματικός" σκέφτηκε ο Ed. Το ανάστημά του, ο αέρας του, όλα έβγαζαν κάτι ξένο, κάτι διαφορετικό. "Ίσως οι άνθρωποι από την ανατολική ευρώπη να είναι αρκετά διαφορετικοι από τους Αμερικάνους. Πόσο μάλλον οι Ομόαιμοι..."
Ήταν μάλλον εξ' αιτίας των καθηκόντων του που δεν τον ξαναείδε και δεν ξανάκουσε για εκείνον τόσο καιρό. Ήθελε να τον συναντήσει ξανά, ήθελε να παρατηρήσει κάθε λεπτομέρεια που μπορεί να του είχε ξεφύγει. Μα οι διαταγές ήταν διαταγές. Έπρεπε να μείνει εδώ, σκοπός.
Σε ένα διαμέρισμα του Brooklyn, Τρίτη 3 Απριλίου 2001, 18:34
Η Marlena σηκώθηκε διστακτικά από το κρεβάτι της, μετά από έναν ανήσυχο ύπνο. Δεν θυμόταν αν ονειρεύτηκε ή όχι, είχε απλά ένα βάρος στο στήθος της. Περπάτησε αργά προς το μπάνιο, παραπατώντας και τρεκλίζοντας, ανήμπορη να περπατήσει σε μια ευθεία γραμμή. Φτάνοντας στον νιπτήρα, έριξε όλο της το βάρος πάνω του και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα κοντά μαλλιά της ήταν ακατάστατα, υπήρχε ακόμα αίμα στην άκρη του στόματός της και μια μελανιά στο λαιμό της. Θυμήθηκε τις ευχάριστες στιγμές με τον εραστή της χτες το ξημέρωμα, και τις λιγότερο ευχάριστες στιγμές που ακολούθησαν.
Κοιτάζοντας πιο ψηλά είδε κάτι που την προβλημάτισε. Πλησίασε κι άλλο τον καθρέφτη. Το δεξί της μάτι, μολυσμένο εδώ και 10 χρόνια, φαινόταν να βγάζει κάποιου είδους υγρό. Πήρε μια πετσέτα και το σκούπισε, μα δεν σταμάτησε παρά μετά από λίγα λεπτά. Τότε ξαφνικά το υγρό σταμάτησε να αναβλύζει και η Marlena κοιτάχτηκε άλλη μια φορά επίμονα μέσα στον καθρέφτη. Το μάτι της φάνηκε να κινείται αυτοβούλως, δεξιά κι αριστερά, με τόσο μεγάλη ταχύτητα που η -σχεδόν κατεστραμένη- κόρη άρχισε να παίρνει σχήματα.
Το Κτήνος, όπως και το προηγούμενο βράδυ, ούρλιαξε μέσα της. Η Marlena άρχισε να χτυπά τα χέρια της στο νιπτήρα, ύστερα στους τοίχους, με σπασμωδικές και ακαθόριστες κινήσεις. Έπεσε στο πάτωμα όπου και συνέχισε να υποφέρει, να σπαράζει και να ουρλιάζει. Ύστερα γαντζώθηκε από το νιπτήρα και μαζεύοντας όλη της τη δύναμη κατάφερε να σταθεί στα πόδια της, μουγκρίζοντας με αναφιλητά, και με μίσος έσπασε τον καθρέφτη. Έπεσε στα γόνατα, σαν να δέχτηκε κάποιο θανατηφόρο πλήγμα στη μάχη, και φάνηκε να χαλαρώνει. Μη ελέγχοντας πλέον τις κινήσεις της, κοιτούσε αποσβολωμένη τον εαυτό της να δρα. Το χέρι της σήκωσε ένα μεγάλο κομμάτι από τα θρύψαλα του καθρέφτη και το έφερε στο ύψος των ματιών της.
Προσπάθησε να αντιδράσει, να γυρίσει αλλού, μα δεν έλεγχε στο ελάχιστο τον εαυτό της. Με δύναμη το κομμάτι του καθρέφτη κατευθύνθηκε προς το δεξί της μάτι, απελευθερώνοντας έναν βίαιο πίδακα αίματος. Οι κινήσεις διαδέχτηκαν η μία την άλλη, με αυξανόμενη βιαιότητα προς το ίδιο της το πρόσωπο, μέχρι που κατακρεούργησε όλη τη δεξιά του πλευρά.
Μετά όλα έγιναν σκούρα.
Κάπου στους υπονόμους του Manhattan, Δευτέρα 2 Απριλίου 2001, 19:29
Ο Ed άρχισε να περπατάει νευρικά μπροστά από την πόρτα, σε έναν μικρό κύκλο. "Δεν μπορεί να υπάρχει πιο βαρετό πράγμα από το να φυλάς ένα άγνωστο για όλον τον κόσμο μέρος, όπου κανείς και για κανέναν λόγο δεν θα ερχόταν εδώ. Ή τουλάχιστον μέχρι κάποιος να μάθει ποιος βρίσκεται μέσα σε αυτό το δωμάτιο."
Όπως και να 'χε, ο Ed ευχόταν να άλλαζε αποστολή. Ας έκανε κάτι πιο επικίνδυνο, δεν είχε κανένα πρόβλημα. Ίσως μια μέρα, όταν θα ήταν και εκείνος ανάμεσα στους Ομόαιμους, να μπορούσε να διαλέξει ο ίδιος για τον εαυτό του τι αποστολές θα αναλάβει. Ίσως με την προϋπηρεσία του να του έδιναν και κάποιο σημαντικό πόστο στην κοινωνία. Σερίφης, τι δεν θα έδινε να ήταν Σερίφης. Αλλά όχι Scourge. Οτιδήποτε άλλο, μα όχι Scourge. Αυτό ίσως να τον τρέλαινε περισσότερο από την αποψινή του βαρεμάρα.
"Το ίδιο δεν έπαθε και ο Morgan;" σκέφτηκε. Είχε ακούσει ότι οι Malkavians είναι "περίεργοι", μα ο Morgan ήταν ο μόνος που είχε γνωρίσει, και αυτός ο τύπος ήταν σίγουρα τρομακτικός. Τα μάτια του τα ίδια σού ενέπνεαν ένα ακατανόητο συναίσθημα, τόσο ξένο που δεν καταλάβαινες αν άλλαζε κάθε στιγμή ή αν παρέμενε το ίδιο. Ένιωθες αρχικά πως κάτι θέλει από εσένα, κάτι ίσως θέλει να σου πει, ή σου έκανε με το επίμονο αυτό βλέμμα του ένα νόημα που έπρεπε να καταλάβεις, ή ίσως περίμενε να του πεις εσύ κάτι ή πάλι ίσως...
Ο Ed σταμάτησε τις ίδιες του τις σκέψεις πριν τον κατακλύσουν. Ποτέ δεν κατάλαβε πώς είναι δυνατόν και μόνο στη σκέψη αυτού του Ομόαιμου να χάνει το μυαλό του κάθε ειρμό. Τρομακτικός Ομόαιμος, δεν χωρά αμφιβολία. Και δεν είχε καν αρχίσει ποτέ να σκέφτεται αυτά που κάνει αυτός ο Ομόαιμος, μόνο αυτό που είναι. Γιατί τα καθήκοντά του, τα καθήκοντα ενός Scourge, ήταν τόσο μα τόσο απάνθρωπα: Δολοφονία κατά διαταγή, εν ψυχρώ, χωρίς δισταγμό, χωρίς ενοχές. Δολοφονία αθώων και ενόχων με την ίδια ψυχρή αποφασιστηκότητα.
"Μια τέτοια δουλειά σε κάνει σαν τον David, δεν χωρά αμφιβολία."
Τελευταίος όροφος σε έναν ουρανοξύστη του Manhattan, Πέμπτη 22 Μαρτίου 2001, 21:45
Το μπαλκόνι του τελευταίου ορόφου φαινόταν να στέκεται στον ουρανό. Τα σύννεφα κάλυπταν την πόλη. Ένα ατελείωτο πέπλο γκρίζου που έκρυβε την Νέα Υόρκη. Τελικά ο τελευταίος όροφος, πράγματι σου γεννούσε την ψευδαίσθηση οτι περπατάς στα σύννεφα.
“ΑΑΑΑΑ” μια ξαφνική κραυγή που έσπασε την ηρεμία που επικρατούσε. Μια κραυγή διαρκείας, που περιείχε τόση ένταση και πόνο που θα τρόμαζε και τον πιο θαρραλέο άντρα. Ο Ομόαιμος είχε κλείσει τα μάτια και απλά ούρλιαζε. Έκανε κάτι τόσο ασήμαντ, τόσο συνηθισμένο, τόσο ανούσιο. Αλλά και τόσο αληθινό, έπειτα από τόσες νύχτες. Νύχτες που το ψέμα είχε γίνει βίωμα. Η παραπλάνηση είχε γίνει τρόπος ζωής. Η υποκρισία είχε πάρει τη θέση της καθημερινότητας. Τρία συστατικά που θα αποτελούσαν ένα προσωπείο ικανό να προσφέρει κάλυψη στο πέρας των χρόνων, μέχρι να φτάσει στη κορυφή. Και τώρα που η κορυφή ήταν τόσο κοντά, ξαφνικά το προσωπείο δε μπορόυσε να ξεχωρίσει. Δε μπορούσε να βγει από το πρόσωπο του. Το προσωπείο δε θα έφευγε απο κει χωρίς να παλέψει. Είχε αποκτήσει ύπαρξη. Δεν ήταν πλέον κάτι αφηρημένο. Ήταν ο Maximillion Brown, και δε θα παρατούσε τόσο εύκολα το σώμα και τη ψυχή του ομόαιμου που κάποτε άκουγε στο όνομα Shankar Janni.
Η θέληση του να υπάρξει στα θεμέλια της Κοινωνίας τους, η σκέψη του να ξεχωρίσει όντας ένας απο αυτούς, η προσπάθεια να ανέβει στο τελευταίο σκαλοπάτι, είχε προς το παρόν ένα αποτέλεσμα. Κάποτε θα έδινε μια δέυτερη ευκαιρία σε κάθε αθάνατο. Πλέον κάθε επιπλέον ευκαιρία ήτο σημάδι αδυναμίας. Και ο Μαximillion μπορεί να ήταν πολλά, αλλά σίγουρα όχι αδύναμος.
Το προσωπείο ήταν δυνατό, πολύ δυνατό... “Μπορώ” ψιθύρισε ο ομόαιμος αμέσως μετά την κραυγή. Σαν μικρό παιδί που κοιτώντας στον ουρανό περιμένει να βρει την απάντηση. Την δύναμη που ψάχνει. Τον Θεό, που τόσα πολλά έχει ακούσει. Ήταν η πρώτη από τόσες νύχτες που η μάσκα που φορούσε δε μπόρεσε να επιβληθεί. Είχε ραγίσει.
Τράνταξε βίαια τα χέρια του, σα να έσπαζε τις αλυσίδες που είχε φορέσει μόνος του. "Είναι η δική μου δεύτερη ευκαιρία" μονολόγησε και πάλι.
Περπάτησε στα σύννεφα ξέροντας ότι το προσωπείο που κουβαλούσε μαζί του ήταν σίγουρα κάπου εκεί. Και αυτό σίγουρα δεν είχε ανάγκη από κραυγές και Θεούς. Η τελική μάχη δεν είχε δωθεί...
Κάπου στους υπονόμους του Manhattan, Δευτέρα 2 Απριλίου 2001, 20:01
Μέσα από το δωμάτιο ένας θόρυβος τράβηξε την προσοχή του. Χωρίς δεύτερη σκέψη άρπαξε την καραμπίνα του και άρχισε να ψάχνει τη ζώνη του, μη αφήνοντας τα μάτια του από την πόρτα. Για πρώτη φορά στη ζωή του ο πανικός τον είχε κυριεύσει. Τα κλειδιά του δεν ήταν πουθενά, δεν μπορούσε να τα βρει κρεμασμένα στη ζώνη του, εκεί που έπρεπε να είναι. Το μυαλό του άρχισε να θολώνει. Υπήρχαν τόσα για τους Ομόαιμους που δεν ήξερε και δεν μπορούσε καν να υποθέσει το πώς μπορεί κάποιος να ήταν μέσα και εκείνος να μην είχε καταλάβει το παραμικρό. Οι συνέπειες, ο θυμός του κυρίου του, όλα άρχισαν να μπλέκονται μαζί με το απίστευτο άγχος να βρει τα κλειδιά του. Σταμάτησε να προσπαθεί όμως όταν τα βαριά βήματα πλησίασαν αρκετά την πόρτα. Έπιασε την καραμπίνα του και έκανε δύο βήματα πίσω. Θα έκανε παραπάνω, μα τα κομμάτια της πόρτας έπεσαν πάνω του με δύναμη και τον έβγαλαν από την ισορροπία του. Έπεσε μέσα στα λύματα, φωνάζοντας μέσα στον πανικό του. Το βρώμικο νερό φάνηκε να παίρνει μορφή, να τον αγκαλιάζει και να τον τυλίγει, να τον δένει μέσα του, σαν μια φυσική δύναμη που δεν μπορείς να αντισταθείς. Άρχισε να παλεύει, προσπάθησε να πιάσει δυνατά το όπλο του, μα το νερό του το πήρε μακριά, συνεχίζοντας να τον καταπίνει. Τότε ήταν που ένιωσε το τέλος να έρχεται, τότε ήταν που ένιωσε το νερό να τον πιάνει από το γιακά και να τον σηκώνει στον αέρα. Φαντάστηκε τον εαυτό του να κατασπαράζεται στα επόμενα δευτερόλεπτα από το μαγικό αυτό τέρας, το φτιαγμένο από νερό, να χάνεται στα βάθη των υπονόμων και να πνίγεται τελικά μέσα σε μια μανιασμένη μάχη να απελευθερωθεί. Ένιωσε να βρίσκεται στον αέρα, στο έλεος πλέον αυτόυ του γιγάντιου υδάτινου χεριού που τον κρατούσε. Τόλμησε να ανοίξει τα μάτια του, να αντικρύσει το τέλος του.
O Theo Bell τον κοίταζε με μία μίξη θυμού και ελέους.
-Τι διάολο σε έπιασε, Ed?