Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008
Η δολοφονία και ο θάνατος
Πλησίασε τη σκυθρωπή φιγούρα στο παράθυρο. Το βλέμμα της ήταν κενό και το μυαλό της ταξίδευε σε μέρη που ο ίδιος δεν θα ήθελε να επισκευτεί- τα φοβόταν ήδη. "Ο Weiss δεν πρέπει να δολοφονήσει τον Πρίγκιπα" δήλωσε ευθέως. Ήταν αρκετό ώστε να επαναφέρει τη Roxanne στην πραγματικότητα και το βλέμμα της στράφηκε πάνω του, γεμάτο ανυπομονησία για τις επόμενες κουβέντες του γηραιού. Εκείνος, ικανοποιημένος που κέρδισε την προσοχή της, ήξερε πως είχε έρθει η ώρα να της ανοίξει τα χαρτιά του.
"Και οι δύο σας προσπαθήσατε πολύ να κρατήσετε όποια κομμάτια της ανθρωπιάς σάς άφησε το αγκάλιασμα και νύχτες ενός αιώνα - αιώνων στην περίπτωσή του. Τα δεσμά που επιλέξατε είναι δική σας υπόθεση και δική σας απόφαση. Μία απόφαση που το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σεβαστώ. Το ότι δεν πιστεύω σε ό,τι πίστευα στη ζωή μου δεν σημαίνει πως διασκεδάζω να βλέπω κάποιον να χάνει την ηθική του. Συνέβη και σε μένα κάποτε. Και δεν ήθελα να είμαι στη θέση του παρατηρητή τότε, να βλέπω τον εαυτό μου να χάνεται στο νύχια του Κτήνους, να βυθίζεται στο πιο βαθύ σκοτάδι. Να γίνομαι ό,τι γίνεται κι εκείνος τώρα..."
Η φιγούρα δίπλα του έσκυψε το κεφάλι. Ακούμπησε στο παράθυρο για να στηρίξει το σώμα της που ήταν έτοιμο να σωριαστεί. Ένιωσε πως ήθελε να αναστενάξει, ήθελε αέρα στα στήθη της, ήθελε να νιώσει τον κόμπο που έπρεπε να έχει στο στομάχι της. Και το έκανε. Ο γηραιός Gangrel δεν έδωσε σημασία, δεν κουνήθηκε εκατοστό και συνέχισε να μιλάει.
"Ο Weiss με βοήθησε στη Νέα Υόρκη. Το κομμάτι του που προσπαθώ να σώσω με αναγνώρισε ως φίλο και συνοδοιπόρο, με τίμησε σαν αρχηγό και με σαν το Άλφα της αγέλης του, όπως ήμουν κάποτε. Μα τώρα δεν ξέρω αν θα έκανε το ίδιο. Οι περιπέτειές του, οι πράξεις και τα γεγονότα που μοιραστήκαμε και μοιραζόμαστε παίρνουν τις τελευταίες του ανάσες, μπορώ να το καταλάβω. Και είμαι έτοιμος να του δώσω όσα μου έδωσε και εκείνος, είμαι έτοιμος να ξεπληρώσω το χρέος μου προς αυτόν, το χρέος ενός φίλου. Έχω το χρέος να τον πιάσω από το χέρι τώρα που το μίσος και η οργή του τον τυφλώνουν και να τον κάνω να δει ξανά, έστω και αν γι'αυτό πρέπει να κάνω όσα μισώ. Αν μου ζητηθεί θα πω ψέματα, όπως του είπα, θα τον αδικήσω, όπως και τον αδίκησα, θα τον προδώσω, όπως τον προδίδω τώρα. Θα σταθώ δίπλα του, κοντά του, με οποιοδήποτε κόστος, για να τον κάνω να δει αυτά που πρέπει να δει και οφείλω να του δείξω. Και νομίζω πως εδώ, που είχε την μεγαλύτερη ακμή του, ακριβώς τη στιγμή που σου έδωσε το δώρο της αιώνιας ζωής, εδώ σε αυτό το σπίτι και με εσένα βοηθό, θα μπορέσω να τον φέρω αντιμέτωπο με τη θλιβερή του πραγματικότητα: πως το μεγαλείο που κάποτε είχε τώρα κοίτεται στο χώμα, στη λάσπη και τη βρωμιά."
Η Roxanne έπεσε στα γόνατα και κρεμάστηκε από το πόδι του. Το έσφιξε τόσο δυνατά που το ύφασμα σκίστηκε, μα εκείνη δεν σταμάτησε. Δεν είχε εγωισμό πλέον, δεν της είχε μείνει τίποτα, δεν ήθελε να έχει αυτοέλεγχο.
"Βοήθα τον, σε ικετεύω!!" ούρλιαξε "δεν είναι αυτός ο άντρας που ήξερα!!"Αφέθηκε ελεύθερη να κλάψει, να φωνάξει και να θρηνήσει για το χαμό του γεννήτορά της, θρήνος ικανός να λυγίσει κάθε άνθρωπο, ειλικρινής και απεριόριστος σπαραγμός για τη σωτηρία του θετού πατέρα της.
"Βοήθα τον... Βοήθα μας..." κατάφερε να ψελλίσει ανάμεσα στους λυγμούς της.
Ο Ian γύρισε προς την πόρτα και περπάτησε προς την έξοδο. Θα τον βοηθούσε και αυτό ήταν το μόνο που τον ένοιαζε. "Θα ξαναμιλήσουμε. Κοίτα να συνέλθεις."
"Σώσε τον..." ψιθύρισε η Roxy μόνη της πλέον στο δωμάτιο. "Τον αγαπώ..."
Σάββατο 19 Απριλίου 2008
Ου φονεύσεις
Το εγκαταλελειμένο κτίριο φάνταζε πολύ επικίνδυνο. Ο Morgan ήξερε από τη μία πως καλό θα ήταν να αποφύγει την επίσκεψη αυτή. Από την άλλη η δουλειά του ήταν συγκεκριμένη και το να αγνοήσει αυτό το κτίριο θα ήταν επαγγελματικά μη αποδεκτό. Δεν χρειαζόταν να επιστρατεύσει τις υπερφυσικές του δυνάμεις για να καταλάβει πως Ομόαιμοι κατοικούσαν μέσα. Η μυρωδιά του ξεραμένου αίματος και η νεκρική σιωπή που επικρατούσε τριγύρω ήταν αρκετές σαν αποδείξεις. Τα ζώα έδειχναν να αποφεύγουν το μέρος, το ίδιο και οι άνθρωποι.
Ανακατεύτηκε με τις σκιές και περπάτησε στο εσωτερικό του κτιρίου προσεκτικά. Δεν άκουγε τίποτα οσο βρισκόταν στο εξωτερικό και αποφάσισε να προχωρήσει στο εσωτερικό. Με το πρώτο του βήμα κατάλαβε πως είχε δίκιο: κάποιος έμενε στο σπίτι. Οι ψίθυροι δεν ακούγονταν σχεδόν, μα στα αυτιά του Malkavian έφταναν καθαρά. Δύο άντρες και μια γυναίκα. Η γυναίκα δεν μιλούσε, μα μπορούσε να την ακούσει να ανασαίνει.
Προχώρησε αργά και προσεκτικά, ανεβαίνοντας σιγά σιγά τα μαρμάρινα σκαλιά της μεζονέτας. Δεν ήξερε τι αντιμετώπιζε. Μπορεί να έμπαινε στην επικράτεια ενός Ομόαιμου που δεν σήκωνε τέτοιες εισβολές και δεν ήθελε να έχει κανέναν επισκέπτη. Σε αυτήν την περίπτωση ήλπιζε να γλιτώσει τα χειρότερα, απλά και μόνο.
Μα είχε ένα ένστικτο. Είχε ανέβει πολλές φορές με τέτοιο προαίσθημα πολλές διαφορετικές σκάλες, είχε διαβεί πόρτες, είχε μπει σε υπονόμους και νεκροταφεία. Και είχε δίκιο πάντα. Ήλπιζε πως το ίδιο θα γινότανε και τώρα.
Σταμάτησε απότομα. Δεν ήταν κάτι που άκουσε ή είδε. Ήταν οι ίδιες του οι σκέψεις που τον τρομοκράτησαν. Ήλπιζε; Τι εννοούσε άραγε "ήλπιζε" να είχε δίκιο; Πώς μπορείς να θες να κάνεις αυτή τη δουλειά; Να σκοτώσει κι άλλους; Κι άλλους σαν αυτόν; Νεαρά πλάσματα της νύχτας; Σαν αυτόν;
Του κόπηκαν τα γόνατα, έπεσε βαρύς στις σκάλες και ο ήχος ήταν σίγουρος πως ειδοποίησε τους ενοίκους για την παρουσία του. Μα δεν τον ένοιαζε...
"ΦΥΓΕΤΕ ΑΠΟ ΕΔΩ ΜΕΣΑ, ΓΡΗΓΟΡΑ!!!" ούρλιαξε πριν χάσει τις αισθήσεις του.
Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008
Αθώος, μέχρι αποδείξεως του εναντίου
"Μαζέψτε τους υπόλοιπους! Εγώ θα πάρω τον Πρίγκιπα! Κουνηθείτε, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο!!!" φώναξε έξαλλη η Elizabeth προς τους υπόλοιπους που την κοιτούσαν αποσβολωμένοι. "Τι διάολο κάθεστε και με κοιτάτε, κουνηθείτε!!!"
Πήρε το όμορφο ξίφος και το ακούμπησε προσεκτικά στο στέρνο του Ventrue. Χαμογέλασε για μια στιγμή. Δεν ήξερε τι είχε γίνει. Και ήταν τρομοκρατημένη. Μα ό,τι και αν είχε πάει στραβά, αυτός το είχε διορθώσει, ήταν σίγουρη γι' αυτό.
Αποτίναξε έξαλλη με τον εαυτό της αυτή τη φορά τις σκέψεις της από το μυαλό της και προσπάθησε να δει πώς θα κουβαλήσει το αναίσθητο σώμα του. Το έπιασε αρχικά από τη μέση για να το στηρίξει στον ώμο της. Μα κάτι δεν πήγαινε καλά, ένιωθε άβολα. Αποφάσισε να τον κρατήσει στην αγκαλιά της, θα μπορούσε έτσι να στερεωθεί και το ξίφος του, δεν είχε πρόθεση αυτό να το αφήσει εκεί. Μπορεί να μην ήξερε τίποτα από σπαθιά, μα ήξερε την αξία στα αντικείμενα όταν υπήρχε, και σε αυτό ήταν τόσο φανερή που θα έπρεπε να πιεστείς για να μην το παραδεχτείς.
Το περπάτημα στο χιόνι και το κουβάλημα ενός σώματος, ακόμα και με τη δική της υπερφυσική δύναμη, ήταν κάτι δύσκολο. Σε ένα παραπάτημά της το χέρι του στιγμιαία γλίστρισε και κρέμασε στο πλάι. Τότε είδε το χαρτί, προσεκτικά κρυμμένο στη φόδρα. Η περιέργειά της ξεπέρασε κάθε ηθικό ή άλλον ενδοιασμό. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο το ξετύλιξε και διάβασε. Στιγμές μετά κατάλαβε ότι είχε φέρει κι άλλους μπελάδες στο κεφάλι της.
Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008
Ένα Ξεχασμένο Παρελθόν
Ο Max προσμονούσε να τελειώσει αυτή η ατελείωτη και δυσάρεστη παρέλαση Ομόαιμων από την αίθουσα του θρόνου. Έβλεπε πρόσωπα το ένα μετά το άλλο, Ομόαιμοι μετά από Ομόαιμους, όλων των πατριών και κάθε είδους. Άλλο σιωπηλοί, άλλοι επικίνδυνοι, άλλοι περιχαρείς, άλλοι φιλικοί. Σκοτεινοί, επικίνδυνοι, αθώοι, σιωπηλοί, βαρετοί, χαρούμενοι, αινιγματικοί... Η λίστα προχωρούσε, νύχτα τη νύχτα και ο Max ήταν όλο και περισσότερο
αφηρημένος. Πιο δίπλα του πάντα ο Seneschal, με το διερευνητικό του βλέμμα. Γι' αυτόν κάθε Ομόαιμος που παρουσιαζόταν ήταν και ένας ένοχος, όσο μικρό και αν ήταν το έγκλημά του. Και του συμπεριφερόταν έτσι, αφού τους παρατηρούσε και τους ρωτούσε ό,τι μπορεί κανείς να υποθέσει πως ένας τρελός δικηγόρος θα ρωτούσε. Και ήταν ακούραστος. Δεν πτοήθηκε, ακόμα και όταν συνάντησε περιπαικτικές συμπεριφορές από τους άλλους. Θα έλεγες πως η
θέση του τού έδινε αρκετή αυτοπεποίθηση για να συνεχίσει. Οι νεαροί δεν τον παίρνανε σοβαρά στην αρχή. Οι φήμες είχαν φτάσει καισ τα αυτιά του, όλη η προπαγάνδα για αυτόν τον Ομόαιμο, με τον οποίο πιθανότατα δεν είχαν συζητήσει ποτέ. Έρχονταν με αέρα ανωτερότητας, μερικοί ακόμα και λύπης για τον Μαλκαβιανό. Μα όταν έφευγαν ήξεραν ότι κάτι είχε αλλάξει από τη συζήτησή τους με τον Seneschal. Ο Max αφού βαρέθηκε να ακούει την ιστορία του καθενός, άρχισε να παρατηρεί τον άντρα που θα είχε δίπλα του στις επόμενες νύχτες. Και έβγαλε τα δικά του συμπεράσματα.
Όταν μπήκε εκείνη, ήταν η μόνη στιγμή που φάνηκε να ξυπνά ο Max. Μπήκε μέσα αργά, και πλησίασε σιωπηλά τον Πρίγκιπα, κοιτώντας τον στα μάτια. Τα κόκκινα μαλλιά της έκανανμεγάλη αντίθεση με το λευκό της δέρμα.
Σήκωσε τα μάτια της και τον αντίκρισε. Το βλέμμα της μαρτυρούσε πως θα είχε κάτι το διαφορετικό αυτή η παρουσίαση, χωρίς να υποψιάζεται ο Max τι θα μπορούσε να ήταν αυτό.
"Εσείς είστε ο Πρίγκιπας λοιπόν;" ρώτησε η νεαρή Tremere. Δεν μπορούσε να το θεωρήσει ακριβώς αυθάδεια. Ο τόνος της φωνής της επιβεβαίωνε πως αυτή η ερώτηση της επιτρεπόταν. Ο Carter πίστεψε πως γνώριζε κάτι και γι' αυτό της επιτρεπόταν να κάνει αυτήν την ερώτηση. Ό,τι και να υπήρχε μεταξύ τους δεν μπορούσε να το μαντέψει. Και αν έκρινε από το άδειο βλέμμα του Πρίγκιπα, ούτε και ο ίδιος ήξερε ακριβώς τι συνέβαινε.
"Ναι, εγώ είμαι ο Πρίγκιπας της Νέας Υόρκης" είπε βαριεστημένα ο Maximilion. "Και με ποιο μέλος της πατριάς των Tremere έχω την τιμή να συνομιλώ;"
"Το όνομά μου είναι Anne." Στο άκουσμα και μόνο του ονόματος ο Max, σε αντίθεση με τον Carter, κατάλαβε γιατί υπήρχε αυτό το βαρύ κλίμα στην αίθουσα.
"Η γεννήτοράς μου είναι η κα Lafitte. Πιστεύω πως την έχετε γνωρίσει, έτσι δεν είναι;"
Σίγουρα ήταν κάτι που δεν περίμενε να ακούσει ο Maximilion. Μα κράτησε την ψυχραιμία του, σαν αυθεντικός Ventrue, κυρίως γιατί στο άκουσμα του ονόματός της ήταν προετοιμασμένος για τα πάντα.
"Είχα γνωρίσει την Sire σας στις αρχές του αιώνα, σε ένα ταξίδι μου στη Νέα Ορλεάνη. Ήταν αν δεν απατώμαι η περίοδος που συνάντησε τον τελικό θάνατο. Θλιβερό."
"Ναι, το γνωρίζω" είπε εμφανώς ενοχλημένη η Anne. "Αν δεν με χρειάζεστε άλλο θα ήθελα να αποσυρθώ, Πρίγκιπα." συνέχισε, τονίζοντας την τελευταία της λέξη με έναν τόνο που μεταφράστηκε ως ειρωνικός στο μυαλό του Maximilion.
"Πήγαινε και εσύ Carter. Επιθυμώ να μείνω μόνος. Οι παρουσιάσεις τελείωσαν για απόψε."
Ο Carter κράτησε την περιέργεια για τον εαυτό του. Δεν ήταν φυσιολογική η συμπερφιορά του Πρίγκιπα, μα ήταν εμφανώς ταραγμένος και δεν ήθελε να γίνει στόχος από λάθος χειρισμό.
"Ασφαλώς Πρίγκιπα. Θα σας ζητούσα ακριβώς το ίδιο μόλις τώρα" είπε ο Carter και άρχισε να μαζεύει βιαστικά τα πράγματά του. "Θα φτιάξω το αυριανό πρόγραμμα και θα το στείλω με φαξ, ώστε να το γνωρίζετε και να κάνετε κάποια αλλαγή εάν επιθυμείτε. Καλή σας νύχτα."
Προχώρησε προς την πόρτα με γοργά βήματα. Ο Maximilion, προχώρησε προς το θρόνο του χωρίς να του ρίξει δεύτερη ματιά και δεν είδε το θολωμένο βλέμμα του Μαλκαβιανού, ούτε πρόσεξε την νευρική κίνηση του λαιμού του.
Τα μάτια του Carter έγιναν κατάλευκα και κάρφωσε το κενό του βλέμμα στον Πρίγκιπα, ακριβώς πριν κλείσει την πόρτα με διακριτικότητα. "Όνειρα γλυκά" ψιθύρισε, με μια φωνή που δεν ήτανε δική του και αμέσως τίναξε το κεφάλι του, λες και ήθελε να διώξει κάτι από το μυαλό του. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, και αφού συνειδητοποίησε πως όλα ήταν καλά, προχώρησε προς την έξοδο.
Στο δωμάτιο έμεινε μόνος ο Maximilion, καθισμένος στο θρόνο του. Χάιδεψε τα περίτεχνα σχέδια στο μπράτσο, χωρίς οι σκέψεις του να έχουν την παραμικρή σχέση με αυτήν την κίνηση. Το μυαλό του ταξίδευε, μέχρι που ένιωσε τα μακριά του μαλλιά να πέφτουν μπροστά στο πρόσωπό του - ένα γεγονός που τον έκανε να πεταχτεί από τη θέση του απότομα.
Το βλέμμα του ταξίδεψε κάπου μέσα στην αίθουσα, κάτι έψαχνε να βρει. Το βρήκε στην άλλη μεριά του δωματίου, στον τοίχο κρεμασμένο. Ένας καθρέφτης. Έτρεξε φρενήρης προς τα κει, και σταμάτησε τον εαυτό του βάζοντας τα χέρια του εκατέρωθεν του καθρέφτη, σε ένα απότομο φρενάρισμα μπροστά του. Κοίταξε μέσα. Είδε τον Max. Και μετά, σαν το φλας της μηχανής, ένα ξεχασμένο πρόσωπο το αντικατέστησε. Παραπάτησε προς τα πίσω με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά. Προσπάθησε να πει κάτι, μα οι λέξεις αρνούνταν να βγουν από τα χείλη του. Η μαγική εικόνα στον καθρέφτη εμφανίστηκε ξανά. Το ίδιο και ο πανικός του.
Ένιωσε να πέφτει σε ένα σώμα πίσω του. Απότομα γύρισε 180 μοίρες το σώμα του, μην γνωρίζοντας τι να περιμένει. Δεν υπήρχε τίποτα. Προσπάθησε να κρατήσει τα λογικά του. "Κάποιος είναι εδώ" σκέφτηκε. Κινήθηκε αργά μέσα στο δωμάτιο, περνώντας ανάμεσα στις κολόνες, πηγαίνοντας προς το σπαθί του. Ξαφνικά ένα τρίξιμο προκάλεσε την προσοχή του. Ο εισβολέας καθόταν στο γραφείο του Carter, στην πολυθρόνα του. Το άγχος τον κυρίευσε. Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν. Δεν μπορούσε καν να εξηγήσει το γιατί.
Η καρέκλα περιστράφη, αποκαλύπτοντας το άτομο που καθόταν επάνω της. Μια γυναικεία μορφή, την οποία ο Maximilion δεν αναγνώριζε και ας του φαινόταν τόσο οικεία.
"Την είδες;" τον ρώτησε η γυναίκα με ένα πλατύ χαμόγελο. "Αυτή είναι, αυτή ψάχνεις."
Ο Maximilion δεν ήξερε τι να απαντήσει. "Ποια είσαι;" τη ρώτησε με ένα υπνωτισμένο βλέμμα και σκέψεις μπερδεμένες.
"Είμαι η Mary της πατριάς των Brujah" του απάντησε. Ο Maximilion φάνηκε να αρκείται σε αυτό, μα η γυναίκα δεν είχε τελειώσει. "Έίμαι η Laura της πατριάς των Malkavian, είμαι ίσως και ο Peter της πατριάς των Nosferatu...Εσύ ποιος είσαι; Τι νόημα έχει; Σημασία έχει ότι είμαι εδώ" είπε κάνοντας στη συνέχεια μια μικρή παύση. "Χαίρομαι που σε ξαναβρίσκω παλιέ μου συνεργάτη..." συνέχισε και ο Maximilion δεν ήξερε τι να υποθέσει πια. Ή μάλλον φοβόταν να υποθέσει το προφανές.
Η κοπέλα σηκώθηκε και άρχισε να περαπατά στην αίθουσα. Υπνωτισμένος ο Maximilion την ακολουθούσε με το θολωμένο βλέμμα του. "Αυτή η μικρή μάγισσα είναι αυτή που ψάχνω. Και θα τη βρεις για μένα...
" ...Δεν το ξέρει μα είναι το κλειδί για μένα..."
" ...Μέσα στο μικρό της, νεαρό μυαλουδάκι, οι ανώτεροί της κρύψανε κάτι που ζητώ..."
" ...Δεν μπορώ εγώ, μα μπορείς εσύ..."
" ...Καληνύχτα Ομόαιμε..."
Ο Maximilion έμεινε μόνος του, εξουθενωμένος. Έπεσε στα γόνατα και δεν σάλεψε για ώρα. Δεν μπορούσε να πιστέψει όσα συνέβησαν μόλις. Δεν είχε καν το κουράγιο να τα θυμηθεί όλα. Έκλεισε τα μάτια του και σταμάτησε να προσπαθεί να βρει άκρη.
Στο Elysium, Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2002, 21:33
"Η Πόλη απαιτεί τις υπηρεσίες σας, αγαπητοί μου Ομόαιμοι, και θα ήταν χαρά μας να ξέραμε ότι μπορούμε να υπολογίζουμε στην βοήθειά σας."
Ο τόνος του Carter ήταν τυπικός και άκρως επαγγελματικός. Η φράση βγήκε με τόση σιγουριά, που ο Radu δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν διαταγή, πρόταση ή παράκληση. Ο Will είχε έρθει πιο υποψιασμένος. Κατάλαβε πως τα επόμενα λόγια του Μαλκαβιανού θα περιέγραφαν κάποιου είδους μυστική αποστολή, σαν τις χιλιάδες που του είχαν αναθέσει κατά καιρούς πολλοί διαφορετικοί αρχηγοί. Βολεύτηκε καλύτερα στην πολυθρόνα του και κρέμασε τα χέρια του εκατέρωθεν, αφήνοντας το κεφάλι του να γείρει προς τα πίσω. Βαριόταν αυτό το κομμάτι, κάθε φορά. Όλοι έπρεπε να κάνουν αυτόν τον ανούσιο πρόλογο, λες και θα λέγανε κάτι για το οποίο έπρεπε να προετοιμαστεί το ακροατήριό τους.
Ο Radu ενδιαφερόταν πιο πολύ. Κοίταξε ανυπόμονα τον Μαλκαβιανό και η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Περίμενε καιρό τώρα μια τέτοια κατάσταση, όπου θα έβρισκε μια ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του. Αναρωτιόταν αν θα άξιζε ή αν θα ήταν μια βαρετή αποστολή. Ο Μαλκαβιανός φαινόταν να επεξεργάζεται τον τρόπο που θα το έλεγε. Έμεινε σιωπηλός και ο Radu κρεμόταν από τα χείλη του, αγνοώντας τον Will και τις γκριμάτσες βαρεμάρας που έκανε δίπλα του.
"Είναι μέσα στα καθήκοντά μου" συνέχισε τελικά μετά από παύση ενός λεπτού ο δικηγόρος "να προσέχω για την ασφάλεια του Πρίγκιπα και να σιγουρευτώ πως τίποτα δεν θα πάει στραβά όσο θα είμαι το δεξί του χέρι. Και για αυτή τη δουλειά χρειάζομαι άτομα έμπιστα και δυνατά."
Ο Will έφερε τα χέρια στο πρόσωπό του και με έναν απαξιωτικό τόνο είπε:
"Σωματοφύλακες! Ενός Ventrue! Πρέπει να είσαι..." Κοίταξε τον άντρα που είχε απέναντί του και κατάλαβε πως έβγαζε νόημα όλο αυτό τελικά. "...άστο..." είπε για να τελειώσει τη φράση του, ενώ τη συνέχισε βλαστημώντας μέσα του.
Ο Radu είχε μια λάμψη στο βλέμμα του όταν γύρισε προς τον φίλο του. "Μην λες ανοησίες, Will!" Αφού συνάντησε το παγωμένο και απεγνωσμένο του βλέμμα, στράφηκε προς τον Μαλκαβιανό.
"Θα είναι τιμή μας. Μου... Όπως και να έχει, μετά χαράς, Seneschal, μπορείς να βασιστείς επάνω μας."
"Το ξέρω" είπε με νόημα ο Carter, χαμογελώντας. "Θα είστε υπό την καθοδήγηση ενός Ομόαιμου ακόμα. Αν αυτό δεν δημιουργεί πρόβλημα ασφαλώς..."
Ο Weiss απέστρεψε το βλέμμα του.
Αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνει πάντα κάτι τέτοιο. Φαινόταν σαν να είχε βάλει αγγελία στην μεγαλύτερη εφημερίδα των απέθαντων. Σαν να είχε μια ταμπέλα στο στέρνο του, όπου ήταν γραμμένο με μεγάλα γράμματα "Αρχηγός". Δεν ήταν αρχηγός, δεν το ήθελε πια! Έγινε μια φορά, δεν θα ξαναγινόταν. Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει, όχι. Θυμόταν ακόμα πόσα τράβηξε και υπήρχαν αρκετοί λόγοι να φερθεί εγωιστικά και να δώσει σαν απάντηση το "όχι". Εκείνη τη στιγμή ήθελε να γυρίσει και να χτυπήσει τον Seneschal δυνατά, όσο πιο δυνατά μπορούσε. Ήθελε να τον σακατέψει κυριολεκτικά, όχι γιατί είχε κάτι προσωπικό μαζί του, όχι επειδή έφταιγε σε τίποτα. Απλά επειδή ξεχείλιζε από θυμό. Δεν πίστευε αυτό που του συνέβαινε. Γιατί τον έβλεπαν όλοι σαν τον ιδανικό Ομόαιμο για αρχηγό; Κάποτε θα το καταλάβαινε. Πλέον απέφευγε να δώσει αυτήν την εντύπωση. Ήλπιζε πως τα κατορθώματά του στη Μάχη της Νέας Υόρκης είχαν μείνει ασχολίαστα, όπως εκείνα της Jezebelle. Ήθελε όλοι να ξεχάσουν την ύπαρξή του μερικές φορές. Τουλάχιστον να μην του ζητάνε συνέχεια κάτι. Αρκετά με αυτό.
Το βλέμμα του έπεσε στο πάτωμα. Δάγκωσε τα χείλη του και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Ο Carter παρεξήγησε αυτή την κίνηση ως αποδοχή του καθήκοντος, μα ο Weiss εκείνη την ώρα συνειδητοποιούσε κάτι που του είχε διαφύγει. Οι δύο Ομόαιμοι που έκαναν κουμάντο στην Camarilla είχαν πάρει αυτή τη θέση με την αξία τους. Ήξεραν τι έκαναν. Δεν ήταν ανόητοι, δεν άφηναν κάτι στην τύχη. Για τον Maximilion το περίμενε, το ήξερε βασικά, μα τώρα και ο Carter εμφανιζόταν πολύ συνειδητοποιημένος. Δεν ρίσκαρε. Δεν έβαζε κάποιον δυνατό και γνωστό του σε αυτή τη θέση. Έβαζε αυτόν. Κάτι ήξερε. Ο ίδιος ο Weiss γνώριζε πολύ καλά πως ήταν ο ίδιος η καλύτερη επιλογή για αυτή τη θέση. Δυστυχώς όμως δεν την ήθελε.
Ο Carter βρέθηκε προ εκπλήξεως στην άρνηση του Weiss. Ο τελευταίος καληνύχτισε ευγενικά και κίνησε να φύγει. Ήξερε πως δεν ήθελε πολύ για να πειστεί. Μα η αποδοχή θα ήταν λάθος, μοιραίο λάθος. Δεν ήθελε ευθύνες. Ήθελε την ησυχία του.
Στην Αίθουσα του Θρόνου, Πέμπτη 21Νοεμβρίου 2002, 23:43
“Πρίγκηπα, είμαι ο Ομάρ Ντάντε και θα ήθελα να σας δω, αυτή τη νύχτα ει δυνατόν. Θα μας δωθεί η ευκαιρία να σας διηγηθώ μερικά από τα ταξίδια μου, αν το επιθυμείτε και εσείς…”
“Φυσικά αγαπητέ ομόαιμε, θα σας περιμένω στην αίθουσα του θρόνου” είπε ο Μαximilion και έκλεισε το τηλέφωνο. Ζήτησε από το ghoul να μην τον ενοχλήσει κανείς. Έμεινε μόνος στο δωμάτιο περιμένοντας την επίσκεψη από τον παλαιό του φίλο και συνοδοιπόρο στα ταξίδια που έναν αιώνα πριν σχεδίαζαν μαζί. Και ανυπομονούσε πολύ να περάσει η ώρα ώστε να τον επισκεφτεί ο ομόαιμος της πατριάς των Τορεαδόρ που κάποτε μοιράζονταν τόσα κοινά… Σίγουρα την τέχνη του ξίφους… Και πλέον δε μπορούσε ούτε να αποκαλύψει στον Οmar την πραγματική του ταυτότητα. Να του μιλήσει για τα δικά του ταξίδια, με προορισμό το Λονδίνο, το Κάιρο και κάθε άκρη αυτού του κόσμου με συντροφιά μια αδίστακτη ομόαιμο. Οι σκέψεις αυτές οδήγησαν και πάλι τον Πρίγκηπα σε ένα μελαγχολικό βλέμμα που μαρτυρούσε την απόγνωση του… Απόγνωση που τόσο καλά έκρυβε. Και όμως αναθάρρησε και πάλι δίνοντας συνέχεια στις σκέψεις του. Το ταξίδι του με την Κemintiri δεν θα το άλλαζε με τίποτα. Γνώρισε ομόαιμους, πόλεις και πολιτισμούς με ένα διαφορετικό τρόπο. Πολέμησε, δολοφόνησε, διεκδίκησε και έμαθε να παίζει καλύτερα απο ποτέ το παιχνίδι τόσων αιώνων, που λίγοι ομόαιμοι γνώριζαν. Την ίντριγκα και τη δολοπλοκία. Το βλέμμα του Max σκοτείνιασε και πάλι. Έκλεισε τα μάτια και σήκωσε το βλέμμα του ψηλά. “ Έκανα το ίδιο μου το ταξίδι μονόδρομο και έχασα μέρος της ψυχής μου. Έφταιξα… Και συνεχίζω.Ήθελα δύναμη, εξουσία και επιρροή για να απολαύσω το συναίσθημα να είμαι εκεί που κανείς τους ποτέ δε θα φανταζόταν έναν Ασσαμίτη. Να είμαι ο άρχοντας της πόλης. Αλλά και να αλλάξω την ροή της. Να τους δείξω ενα μονοπάτι συνεργασίας, πάθους και τιμής... ” Ο Maximilion έσφιξε γερά την πολυθρόνα που καθόταν με το δεξί του χέρι και έμπηξε τα νύχια του μέσα στο ξύλο… “ Θέλω πολύ, αλλά δε ξέρω αν αρκεί το κομμάτι θέλησης που μου απομένει. Αν η ψυχή μου θα αντέξει όσες νύχτες αρκούν για να συνεχίσω το έργο μου, δεν το γνωρίζω…Δεν είμαι σίγουρος αν θέλω πλέον… Οχι για πολύ, το υπόσχομαι” και χαμογέλασε ενώ ακόμα καθόταν με τα μάτια κλειστά στο θρόνο. “Αυτή η πόλη μου ανήκει, για πάντα, το υπόσχομαι”. Ο Maximilion άνοιξε ξαφνικά τα μάτια του και τίναξε με δύναμη το κορμί του από τη πολυθρόνα. Προσπάθησε να συνηδειτοποιήσει τι είχε πεί αλλά δε μπορούσε. Και του αρκούσε για να τρομάξει πραγματικά… Δυο υποσχέσεις, ένας ομόαιμος…
Η ώρα περνούσε και τις σκέψεις του Πρίγκηπα τάραξε η Κατ, πιστή ακόλουθος του Maximilion, που τον ειδοποίησε για τον ερχομό του ομόαιμου με το όνομα Dante.
“Καλωσορίσατε ομόαιμε. Χαίρομαι πολύ που είστε εδώ.”
“Καλησπέρα Πρίγκιπα” αποκρίθηκε ο Ομάρ κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση και συνέχισε λέγοντας “ πάρτε το ξίφος σας άρχοντα.” Ο Maximilion πάγωσε. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Δεν ήταν προετοιμασμένος για μάχη και πόσο μάλλον με τον Ομάρ.
“Μην ανησυχείτε, δεν είμαι εδώ για να σας κάνω κακό. Απλά να σας γνωρίσω μέσω της μάχης.” Ο Maximilion ηρέμησε. Θυμήθηκε τους τρόπους του πάλαι κάποτε συνοδοιπόρου του και με ένα νεύμα αποδέχτηκε τη πρόκληση. Κινήθηκε προς το ξύλινο έπιπλο δίπλα από το γραφείο του, από όπου και πήρε ένα ξίφος. Ο φωτισμός ήταν χαμηλός, ιδανικός για τη σκηνή που θα ακολουθούσε.
Ο Maximilion φανερά ευδιάθετος πλέον, κινήθηκε προς το κέντρο του δωματίου έχοντας βγάλει το σακάκι του. Κράτησε σφιχτά το ξίφος του, ένα από τα πολλά που υπήρχαν στο έπιπλο, και περίμενε τον Omar. Είχε πολύ καιρό να ξιφομαχίσει με κάποιον τόσο δυνατό ομόαιμο… Είχε πολύ καιρό να νιώσει την αίσθηση της μάχης, και ήταν ενθουσιασμένος.
“Όποτε είσαι έτοιμος Ομάρ” προλόγησε ο Ventrue παίρνοντας στάση μάχης με τη λεπίδα του ξίφους να αγγίζει το κόκκινο χαλί που δέσποζε στο πάτωμα. Ο Maximilion σίγουρα δε περίμενε να αντικρύσει το θέαμα που θα ακολουθούσε. Ο Ομάρ γυμνός από τη μέση και πάνω με ένα τμήμα του κορμού του μεταλλικό και με μια κόκκινη λάμψη στο εσωτερικό της… Ήταν απλά ξεχωριστό. Και φυσικά το τατουάζ με το δράκο που κάλυπτε ολόκληρη τη πλάτη του και ένα μεγάλο μέρος από τον ώμο και το λαιμό του. Ο Μαξιμίλιον έφερε για λίγο στο μυαλό του σκηνές από παλιά. Ήταν το 1890 όταν και είχε μονομαχήσει για τελευταία φορά με τον Ομαρ σε ένα ταξίδι τους στη Συρία. Βρίσκονταν στη Δαμασκό, στο Κάστρο των Ιπποτών, haven της Lady Veradis Abd’ azrael, sire του ομόαιμου της πατριάς των Assamites, Shankar Janni. Με κάθε κίνηση των σπαθιών τους, ζωντάνευε μπροστά τους και μια διαφορετική μάχη από το παρελθόν… Ο Μαximilion άνοιξε τα μάτια του και είδε τον Ομάρ έτοιμο απέναντι του να κραδαίνει την κατάνα του, που τόσα χρόνια είχε να αντικρύσει. Αλλά οι σκέψεις δεν τον άφηναν να συγκεντρωθεί. Ο χώρος δεν ήταν ο κατάλληλος. Δεν άρμοζε στη συνάντηση δυο τόσο μεγάλων πολεμιστών. Έσφιξε το ξίφος του ακόμη περισσότερο και κινήθηκε προς τον Ομάρ. Με μια επιδέξια κίνηση ο ομόαιμος πέταξε μακρυά το σπαθί του Πρίγκηπα. Τον κοίταξε στα μάτια λέγοντας του “ Δεν είναι το ξίφος σου αυτό. Πολέμησε με…” Ο Maximilion κοίταξε το πεσμένο σπαθί στα δεξιά του και τον Ομάρ. Χαμογέλασε και κινήθηκε προς τη βιβλιοθήκη. Ανοιξε μια μικρή κρύπτη από οπου και έβγαλκε ένα ξίφος. Ήταν το ξίφος του. Το ξίφος που τον συνόδευε από την πρώτη φορά που περπάτησε στο κόσμο της Νύχτας. Η ψυχή του ξίφους ήταν δεμένη με αυτή του ομόαιμου. Το σπαθί του ήταν σφυριλατημένο από ασήμι και μαγεία Dur-An-Ki, ικανή να το κάνει ελαφρύ σα πούπουλο αλλά θανατηφόρο για όποιον τολμήσει να βρεθέι απέναντι του. Αυτό που ξεχώριζε, ήταν ένα περίτεχνο σύστημα μικροσκοπικών αγωγών που διαπερνούσαν ολόκληρη την επιφάνεια του σπαθιού. Και ο σκοπός της υπαρξής τους ήταν απλός: να επιτρέπουν στο δηλήτηριο να κυλάει εκεί έτοιμο να πλήξει κάθε αθάνατο ή μη… Κράτησε το ξίφος του και γύρισε προς τον Ομάρ. Ήταν έτοιμος.
Οι δυο πολεμιστές απέκρουαν ο ένας τις επιθέσεις του άλλου με περισσή δεξιοτεχνία. Ο χρόνος τους είχε φερθεί καλά. Και οι δυο είχαν βελτιωθεί στη τέχνη του ξίφους. Στα μάτια πολλών η μονομαχία τους και η τεχνική θα φάνταζε τέλεια και συνάμα τρομακτική. Η ταχύτητα που κινούνταν ήταν αδιανόητη ακόμα και για ομόαιμους. Τα χτυπήματα τους ικανά να κομματιάσουν τη σάρκα. Από την μια η εικόνα του Ομάρ να αλλάζει, να φωτίζεται, να παίρνει την όψη ενός σαμουράι και η κατάνα του να τυλίγεται στις φλόγες. Από την άλλη ο Maximilion που φαινόταν να μιλάει με το ξίφος του. Να το κινεί σα να ηταν προέκταση όχι μόνο του χεριού του αλλά και της ψυχής του. Το σπαθί του είχε μια ελαφριά και στιγμιαία αύρα γαλάζιου χρώματος σε συνδιασμό με έναν οξύ ήχο. Και οι δυο πλευρές συνέθεταν μια εικόνα μαγική. Η Νύχτα κυλούσε και η μάχη συνεχιζόταν. Είχε πολλές δεκάδες νύχτες να πολεμήσει έναν ομόαιμο τόσο ικανό ο Maxmilion. Ακόμα και όταν ένιωσε ότι δε μπορούσε να ακολουθήσει τον Ομάρ, ιδίως όταν εμφανίστηκε η οπτασία αυτή, δε τον ενόχλησε καθόλου. Αντιθέτως γονάτισε και ευχάρίστησε τον παλιό του φίλο για όσα του θύμισε.
Ο Ομάρ αφού ετοιμάστηκε, προχώρησε προς την πόρτα.
“Όπως σας είπα Πρίγκηπα, ποτέ δε ξέρεις κάποιον πραγματικά παρά μόνο αφού πολεμήσεις μαζί του… Χαίρομαι πολύ που σε συναντώ ξανά παλιέ μου φίλε.”
Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008
Η Επιστροφή ενός Παλιού Γνώριμου
Η κίνηση στους δρόμους του Manhattan ήταν εκνευριστική για τον σοφέρ του Vladimir. Κατέβασε το παράθυρο και έβγαλε προσεκτικά το κεφάλι του έξω, κοιτάζοντας για τον λόγο που είναι εδώ και δέκα λεπτά σταματημένοι στο ίδιο σημείο. Είδε μια ατελείωτη ουρά από αυτοκίνητα και πιο μπροστά διέκρινε την αντανάκλαση μια σειρήνας.
"Φαίνεται πως έγινε κάποιο ατύχημα πιο μπροστά" είπε κοιτάζοντας στον καθρέφτη του. Ο Vladimir φαινόταν να έχει αφαιρεθεί. Κοίταζε έξω από το
παράθυρο και χιλιάδες πράγματα περνούσαν από το μυαλό του.
Σκεφτόταν τη στέψη του νέου Πρίγκιπα πριν δύο νύχτες, όπως και τη δική του εκλογή ως εκπροσώπου της Clan του στο συμβούλιο της Γεναρχίας. Ήλπιζε, είναι η αλήθεια, σε κάτι παραπάνω από αυτό. Δεν θα προσπαθούσε σε καμία περίπτωση να καταπατήσει την συμφωνία των Ventrue για να ανεβάσουν τον Brown στη θέση του Πρίγκιπα, μα ήλπιζε πως η θέση του Seneschal θα ήταν δική του. Μα αυτός ο καταραμένος Μαλκαβιανός ήταν σίγουρα πολύ καλός με τα λόγια. Ένας αδίστακτος δικηγόρος, που δείχνει σαν να μιλάει ξεκάθαρα και χωρίς κανείς να το καταλάβει να προτείνει την κατάλληλη συμφωνία την κατάλληλ στιγμή, βασισμένος σε μια λεπτομέρεια από τα λόγια του Brown. Έφερε στο μυαλό του τη σκηνή. Ο Brown δήλωσε πως θέλει ισότητα των Πατριών στην νέα κοινωνία της Camarilla. Και ο Vanderwayden δήλωσε ευθαρσώς πως τον αναγνωρίζει ως Πρίγκιπα, λες και είχε άλλη επιλογή, αρκεί να διόριζε για Seneschal τον ίδιο. Φάνηκε πολύ εύκολο, πολύ απλό. Όλοι το δέχτηκαν τόσο εύκολα. Ένιωθε εκείνη τη στιγμή λες και ήταν ο μόνος που δεν το έβλεπε σωστό.
"Ίσως είναι αλήθεια αυτό που λένε για τους Μαλκαβιανούς" σκέφτηκε, "το μυαλό τους δουλεύει σε άλλη διάσταση, βλέπουν πράγματα που οι άλλοι αντιλαμβάνονται στην καλύτερη περίπτωση μετά από ώρα. Ή ίσως απλά αυτός ο Ομόαιμος είναι όντως ταλαντούχος σε αυτό που κάνει - πιο πολύ κι από εμένα..." Δεν τον ευχαριστούσε καμία από τις δύο σκέψεις. Μα δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Τα πράγματα ήταν έτσι πλέον και δεν μπορούσε να τα αλλάξει, τουλάχιστον όχι άμεσα. Οπότε θα περίμενε, θα περίμενε να δει πώς θα τα κατάφερνε ο Μαλκαβιανός στη θέση του, πριν τον αμφισβητήσει. Ένα στραβοπάτημα, αυτό ζητούσε, και η θέση του Seneschal θα ήταν ανοιχτή ξανά. Οι φήμες λέγανε πως το αίμα του Vanderwayden τον έκανε να αφαιρείται και να έχει μεγάλα κενά μνήμης. Γι' αυτό αρχικά κανείς δεν τον εμπιστευόταν για κάποια θέση. Μα ο καιρός θα...
Ο χρόνος πάγωσε στιγμιαία για τον Vladimir. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Μια φιγούρα φαινόταν να περπατά ανάμεσα σε δεκάδες άλλες, μα τόσο αργά, τόσο βαριά. Και κοιτούσε εκείνον. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, πριν η φιγούρα γυρίσει από την άλλη και συνεχίσει το δρόμο της, στο σκοτάδι του ακριβώς επόμενου σοκακιού.
"Πάρκαρε όπου βρεις αν ξεκολλήσεις από την κίνηση, να με περιμένεις" πέταξε στον οδηγό του βγαίνοντας με ορμή έξω από το αμάξι. Τα αυτοκίνητα άρχισαν να παραπονιούνται με τις κόρνες και τις φωνές των οδηγών τους, μα ο Vladimir είχε το μυαλό του σε ένα μόνο σημείο και μόνο προς τα κει κατευθυνόταν, με σίγουρα, αποφασιστικά βήματα.
Μέσα στο μυαλό του έπαιξε η σκηνή ξανά. Ένας παλιός γνώριμος, μα στη μικρή αλλαγή φωτός... κάτι άλλο. Έπρεπε να σιγουρευτεί. Έπρεπε να δει ο ίδιος.
Όταν έφτασε στο σοκάκι δεν υπήρχε ήχος που να μην πνίγεται ανελέητα στο θόρυβο της κίνησης πίσω. Συγκέντρωσε τις δυνάμεις του, τις ίδιες που του φανέρωσαν πως ακολουθεί έναν Ομόαιμο, για να δει καλύτερα στο λιγοστό φως.
Ένας ήχος, μια λάμψη, η κρύα αίσθηση του μετάλλου στον εξίσου παγωμένο λαιμό του Vladimir.
"Ποιος είσαι;"
Η μαυροφορεμένη φιγούρα ξερόβηξε και απέσυρε το σπαθί. Ο Vladimir γύρισε γνωρίζοντας τι θα αντικρίσει.
"Καλησπέρα sensei"
"Καλησπέρα και σε σένα"
Στην Αίθουσα του Θρόνου, Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2002, 4:30
"Το όνομά μου είναι Omar Dante, τέκνο του Muhandis, τέκνο του Sultan Darshuf της Πατριάς των Toreador."
Ο Carter κοίταξε από πάνω ως κάτω τον Ομόαιμο που παρουσιαζόταν, με το βλέμμα που τόσες φορές στο παρελθόν εξέτασε έναν ύποπτο. Το παρουσιαστικό του δεν ήταν αυτό που τον έβαζε σε υποψίες, δεν ήταν καν η στάση του, γονατιστός και με το σπαθί του στα χέρια, που τον ξένιζε. Ήταν το συναίσθημα που του έδινε πως αυτός ο Ομόαιμος ήταν πολλά παραπάνω από όσα έλεγε. Γύρισε αναζητώντας ένα αντίστοιχο βλέμμα στον Πρίγκιπά του, βρίσκοντας αντ' αυτού τον Maximilion στο θρόνο του, βυθισμένο στις σκέψεις του. Προσπάθησε να ακολουθήσει το βλέμμα του, μα δεν καταλάβαινε πού κοιτά. Ο ίδιος του έδωσε την απάντηση μετά από λίγο.
"Ωραία λεπίδα, κε Dante. Κάθε χαρακιά και κάθε σημάδι πρέπει να έχει και μια πανέμορφη ιστορία να πει."
Ο Dante σηκώθηκε και έτεινε το σπαθί στον Maximilion. Εκείνος σαν να απέκτησε ξανά κουράγιο να κινηθεί, το πήρε στα χέρια του και το εξέτασε προσεκτικά. Οι παρευρισκόμενοι, απορροφημένοι από την αινιγματική παρουσία του Dante, δεν πρόσεξαν το αφηρημένο βλέμμα του Maximilion. Φάνηκε για μια στιγμή να χάνεται στη θέα και μόνο της λεπίδας, αγγίζοντας κάθε χαρακιά. Χάιδεψε τη λάμα του, κοφτερή όπως πάντα και συνέχισε προς το πιο εμφανές σημάδι. Δίστασε, μα δεν άντεξε να το προσπεράσει.
Οι εικόνες τον κατέκλυσαν, η μία μετά την άλλη. Η μάχη, το άγχος, η πίεση, ο φόβος, όλα μαζί τον έπνιξαν. Η κατάνα να σηκώνεται και να σταματά σε ένα τεράστιο χέρι. Το χέρι να σφίγγει τη λεπίδα μέχρι να ματώσει. Και τα σημάδια από τα τερατώδη δάχτυλα να μένουν για πάντα αποτυπωμένα τόσο στη λάμα, όσο και στις μνήμες όλων.
Ο Vladimir λίγο πιο δίπλα, βλοσυρός και σιωπηλός, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του, πήρε το βλέμμα του από τον Dante. Είδε τον Πρίγκιπα να ανοίγει τα μάτια του διάπλατα. Είδε μια έκφραση που θα του χαραζόταν στην μνήμη για πολλές νύχτες. Μια έκφραση που τον έριξε ξανά σε σκέψεις που εδώ και καιρό δεν είχε τολμήσει να αναταράξει.
"Καλωσήρθατε στην Νέα Υόρκη κε Dante. Θα χαρώ να είμαι ο οικοδεσπότης σας και θα ήταν τιμή μου να μοιραστείτε μαζί μου μια νύχτα τις περιπέτειές σας" είπε αλλάζοντας ύφος ο Maximilion.
"Όποτε θέλετε μπορείτε να με ζητήσετε, Πρίγκιπα" απάντησε ο Dante με ένα αινιγματικό χαμόγελο, τονίζοντας τις λέξεις μία προς μία.
Στο Καταφύγιο του Vladimir Mayakofski, Τρίτη 19 Νοεμρίου 2002, 5:23
"Εδώ θα μπορέσεις να περάσεις τη νύχτα Omar. Και όσες άλλες νύχτες επιθυμείς να μείνεις, θα είναι χαρά μου".
Ο Omar κοίταξε τριγύρω το δωμάτιο του Vladimir. Περπάτησε προς το κρεβάτι και άφησε κάτω τα πράγματά του. Ο Vladimir περίμενε ανυπόμονα κάποια λέξη του, κάτι να του πει, κάτι να σχολιάσει. Ο Omar Dante είχε μείνει σιωπηλός στη διαδρομή, αρκούμενος σε μονολεκτικές απαντήσεις στις ερωτήσεις του. Και δεν φαινόταν να θέλει να το αλλάξει αυτό.
Με έναν σιγανό στεναγμό απογοήτευσης ο Vladimir γύρισε προς την πόρτα, καληνυχτίζοντας τον Δάσκαλό του. Ό,τι χρειαζόταν, τον διαβεβαίωσε, θα φρόντιζε να του το παρέχει. Πριν κλείσει την πόρτα πίσω του ο Omar έσπασε τελικά τη σιωπή του.
"Αναρωτιέμαι" είπε "την εξέλιξη που είχες αυτά τα χρόνια, μακριά από εμένα... Θα ήθελες να με πολεμήσεις;"
Ο Vladimir απέμεινε προβληματισμένος να τον κοιτάει. Ο Omar έβγαλε τον μανδύα του και έμεινε γυμνόστηθος. Τράβηξε την κατάνα του και γύρισε προς τον Vladimir. Η κοιλιακή του χώρα δεν ήταν σαν κάποιου ανθρώπινου πλάσματος. Ήταν σαν κάποιο ρομπότ, σαν κάποια συσκευή, πανομοιότυπη με το κομμάτι του σώματος που έπρεπε να αντικαταστήσει, μα μεταλλική. Και μέσα της, αντί για μεταλλικά εντόσθια, είχε απλά μια κόκκινη λάμψη, μια λάμψη σταθερή, έντονη. Ο Vladimir απέμεινε να την κοιτάζει για λίγο, υπό το σιωπηλό βλέμμα του πάλαι ποτέ δασκάλου του. Ύστερα το βλέμμα του ακολούθησε το Δράκο, το ξεχωριστό τατουάζ που ανέβαινε από το μηρό μέχρι το λαιμό του Omar, τυλίγοντας το σώμα του. Το τατουάζ που φαινόταν να ζωντανεύει κάθε φορά που ο Omar πολεμούσε. Είχε να το αντικρίσει πάνω από έναν αιώνα. Και ανυπομονούσε.
Σε ένα δωμάτιο στο Queens, Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2002, 01:24
"Οι δυνάμεις αυτού του Ομόαιμου, είναι - αλίμονο - και για μένα ένα αίνιγμα. Πολλές από τις δυνάμεις του μου είναι γνώριμες, τις έχω συναντήσει σε άλλους... χμμμ... Ομόαιμους. Μα η οπτασία στο τέλος, η πολεμική του υπεροχή, η ενέργειά του. Όλα αυτά είναι ένα μυστήριο."
Η Lumidee ήταν φανερά απογοητευμένη. Ήρθς ζητώντας απαντήσεις, μα ακόμα και η Catherine δεν μπορούσε να της τις δώσει. Αυτό ήταν πρωτόγνωρο, να ρωτάει κάτι τη φίλη της και εκείνη να μην το ξέρει, να μην το έχει συναντήσει. Για μια στιγμή στάθηκε να εξετάσει τα μάτια της, τον τόνο της φωνής της, τις κινήσεις της, μα όλα αυτά μαζί μαρτυρούσαν ότι ήταν απόλυτα ειλικρινής απένταντί της. Παράτησε γρήγορα την προσπάθεια και η αμφισβήτηση αντικαταστάθηκε από απογοήτευση και περιέργεια. Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, να ζητήσει επίμονα εξηγήσεις, να πιέσει την Catherine να της αποκαλύψει τάχα τα μυστικά αυτού του Ομόαιμου, μα γρήγορα έγινε συνειδητή η ματαιότητα μιας τέτοιας προσπάθειας. Αυτός ο Ομόαιμος ήταν τελικά για όλους ένα αίνιγμα. Το βλέμμα της χάθηκε αόριστα κάπου πίσω από την μικρόσωμη Brujah. Το μυαλό της ταξίδευε.
Στο μυαλό της αντήχησαν τα λόγια του Vladimir. "Ο παλιός μου Δάσκαλος, Omar Dante". Όπως πάντα, στη σκέψη και μόνο του Ventrue Primogen γινόταν νευρική. Το μυαλό της ταξίδεψε σε όλες τους τις συναντήσεις. Θυμήθηκε τα λόγια της Catherine... "Δεν είναι εχθρός" είχε πει, "μείνε όμως μακριά του όσο μπορείς." Ακόμα άλλη μια φορά η γνώση της είχε απαγορευτεί. Όπως και για αυτόν που τη δημιούργησε. Όπως και τώρα για τον Omar. Έπρεπε να βρει μόνη της την άκρη. Στο μυαλό της ήρθε η συνάντηση στο Ηλύσιο. Φαίνονταν όλοι τόσο γνωστοί μεταξύ τους και είχαν τόσα πολλά κοινά, που ένιωθε άβολα. Ευχήθηκε κρυφά να μην είχε σηκωθεί από την παρέα της για να κάτσει μαζί με τους παλιούς γνωστούς, την παρέα - όπως έμαθε - της Νέας Ορλεάνης. Εξάλλου ο Radu και ο Will είχαν επίσης κάτι το γνώριμο πάνω τους, σαν να την τραβούσαν προς το μέρος τους. Σκέφτηκε πως ήταν το Αίμα. Το Αίμα που κρατάει δεμένη την πατριά. Μα και αυτοί, παλιοί γνωστοί μεταξύ τους, και η Lumidee έξω από την αλήθεια. Η ιστορία συνεχιζόταν. Επαναλαμβανόταν. Ένιωθε ξένη, ξένη παντού, σε κάθε παρέα. Και είχε σπαταλήσει όλη της τη ζωή να είναι μέσα και έξω από κάθε παρέα. ήταν η δουλειά της. Τώρα όλα είχαν αλλάξει. Θα δεχόταν το "πόστο" του Φύλακα στο Ηλύσιο, τι άλλο μπορούσε να κάνει; Αν ήθελε να μάθει, έπρεπε να ρισκάρει. Μα φοβόταν, έτρεμε. Μα περίμενε. Οι απαντήσεις φάνταζαν τόσο μακρινές και εκείνη περίμενε. Φανταζόταν μερικές φορές, όπως τώρα, την εποχή που θα μάθει τι πραγματικά συμβαίνει.
Βγήκε από τον ακατανόητο ειρμό των σκέψεών της και έψαξε στο δωμάτιο με το βλέμμα της την Catherine. Προφανώς έμεινε για κάμποσο χαμένη στις σκέψεις της και η Catherine έχασε κάθε ενδιαφέρον για την κουβέντα. Την εντόπισε πίσω της, στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου. Κοιτούσε έξω με ένα βλέμμα που η Lumidee μπορούσε να μεταφράσει μόνο ως κενό. Σταθερό, αφοισωμένο σε κάτι, επίμονο, μα κενό. Σαν να παρατηρούσε τους πάντες και τα πάντα, και ταυτόχρονα τίποτα. Έμεινε να την ατενίζει. Δεν ήταν πολύ μεγαλύτερή της, το ήξερε αυτό. Δεν είχε την κούρασαη των αιώνων πάνω της που άλλοι Ομόαιμοι κουβαλούσαν. Δεν είχε τη σοφία αιώνων που είχε συναντήσει στον Calebros, δεν είχε την απόκοσμη αύρα του Vladimir ή την αγέρωχη όψη του Weiss. Δεν είχε καν την αυτοπεποίθηση του Ερμή, που η Lumidee θεωρούσε πάντα τον νεαρότερο και πιο άπειρο Ομόαιμο. Και σίγουρα δεν είχε τίποτα κοινό με τον Πρίγκιπα.
Φοβόταν, για αυτό ήταν σίγουρη. Φοβισμένη, κουρασμένη, την ένιωθε να χάνει τον εαυτό της και το νόημα της ύπαρξής της. Δεν ήξερε η ίδια πού κόλλαγε σε όλη αυτή την ιστορία. Θα ήταν πολύ κολακευτικό για την ίδια να πιστέψει πως η Brujah χρειαζόταν μια φίλη και τη είχε βρει στο πρόσωπό της. Μα δεν μπορούσε να το πιστέψει, όχι μετά τα όσα είχε δει στο λίγο καιρό που δεν ανέπνεε. Και το κυριότερο, η Catherine ποτέ δεν προσπάθησε να την πείσει για κάτι τέτοιο. Αυτό έκανε τη Lumidee να μπερδεύεται ακόμα περισσότερο με την Catherine. Και να φοβάται.Ήθελε κρυφά να είναι στη θέση της. Να ξέρει όσα ξέρει. Μα φοβόταν πως θα αποτύγχανε και ο φόβος αυτός δε την άφηνε να κάνει κάτι παραπάνω. Δεν την άφηνε να προχωρήσει. Την έκανε να κλείνεται στον εαυτό της, είχε κιόλας χάσει κάθε είδους εμπιστοσύνη στους Αθάνατους. Και προσπαθούσε να κρατήσει θνητή της ψυχή της.
Σε μια αποθήκη στο Jersey, Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2002, 01:00
Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Μα δεν υπήρχε χρόνος για παραπάνω σκέψεις. Οι σκιες κινούνταν απειλητικά τριγύρω του, σε έναν χορό μαχαιριών και σπαθιών. Το αίμα εκτινασσόταν σε κάθε χτύπημα και οι κραυγές αγωνίας των συντρόφων του καλούσαν για βοήθεια από τον αρχηγό τους.
Ο Ian δεν δίστασε, ήξερε τι να κάνει. Γρύλισε απειλητικά και τα μάτια του έλαμψαν κόκκινα. Οι άκρες των δαχτύλων του μεταμορφώθηκαν σε γαμψώνυχα και τα παπούτσια του σκίστηκαν. Ο πρώτος από τους επιτιθέμενους χτύπησε κατά πρόσωπο. "Μεγάλο λάθος σου" σκέφτηκε ο Gangrel και προετοιμάστηκε. Η λεπίδα που έγδαρε το υψωμένο χέρι του δεν τον ενόχλησε. Αντεπιτέθηκε με τον αγκώνα του, χτυπώντας με όλη του τη δύναμη το χέρι του Φονιά. Ο ήχος από τα κόκκαλα που έσπαζαν, το αίμα που εκτινάχθηκε και η φλόγα της μάχης ήταν γλυκό νέκταρ για το Κτήνος. Ούρλιαξε μέσα του, ζητώντας αίμα. Το μαχαίρι που καρφώθηκε στην ομοπλάτη του, καθώς και το σπαθί στη γάμπα του έκαναν το Κτήνος να λυσσάξει. Ο Gangrel ούρλιαξε από τον πόνο. Ένιωσε το φαρμάκι των όπλων να ρέει μέσα του και να τον καίει. Αν το κτήνος έπαιρνε τον έλεγχο ήταν χαμένος, το ήξερε. Και οι Ασσαμίτες έπαιζαν απλά μαζί του. Ήξεραν πολύ καλά τι έκαναν. Πάντως, είχαν πλέον ένα χέρι λιγότερο στη διάθεσή τους.
Γύρισε όσο πιο σβέλτα μπορούσε, τραβώντας από το σπασμένο χέρι τον Ασσαμίτη μαζί του. Με το άλλο του χέρι επιτέθηκε στον δεύτερο στόχο. Μα ήταν πολύ αργός, ή ίσως ο Ασσαμίτης ήταν πολύ γρήγορος. Και οι δύο απομακρύνθηκαν μακριά του, για να ανασυνταχτούν. "Βλέπουν πως δεν είμαι εύκολος στόχος. Μα δεν πτοούνται" σκέφτηκε ο Ian. "Και δεν έχουν άδικο." Βρήκε αυτές τις λίγες στιγμές ηρεμίας για να γιατρέψει τις πληγές του. Μα το κτήνος διψούσε. Ήξερε να το χειριστεί, μα ήταν χειρότερο από ποτέ. Η ομάδα του, όλοι ημιθανείς, ο ένας δίπλα στον άλλον, πάνω στον άλλον. Η τύχη τους ήταν σφραγισμένη. Και η δική του αν δεν έφευγε. Ο Ασσαμίτης στα χέρια του προσπαθούσε να ξεφύγει. Του έσπασε και το δεύτερο χέρι. Οι σύντροφοί του δεν έδειξαν να θυμώνουν όπως ήλπιζε. "Καταραμένοι Φανατισμένοι Ασσαμίτες" σκέφτηκε ο Ian. Ήταν επαγγελματικό χτύπημα, δεν είχε πλέον αμφιβολία.
Τον περικύκκλωσαν και κινούνταν τριγύρω του σαν αρπακτικά. Ο τρίτος, που σφάδαζε στα τερατώδη χέρια του Ian, ήταν η μόνη του ελπίδα για σωτηρία.Το δηλητήριο στις φλέβες του έκαιγε, οι πληγές αρνούνταν να κλείσουν και το Κτήνος εισέβαλλε λυσσαλέα στο μυαλό του και έπρεπε να το υποτάξει. Μπορούσε να αντιμετωπίσει τους δύο εναπομείναντες αντιπάλους του - μα όχι και το Κτήνος. Το λιγοστό αίμα στις φλέβες του έπρεπε να χρησιμοποιηθεί σοφά.
Η μέχρι πρότεινος απορριφθείσα σκέψη έγινε πλέον η μόνη λύση: φυγή. Οι σύντροφοί του ήταν νεκροί ήδη, δεν μπορούσε να γίνει τίποτα επ' αυτού όσο και να ήθελε να πιστέψει το αντίθετο. Το να πεθάνει δίπλα τους δεν θα του έδινε ευχαρίστηση. Μόνο η εκδίκηση. Είδε τους Ασσαμίτες να ορμούν. Κοίταξε τις στάχτες και τα κουφάρια των συντρόφων του.
"Συγνώμη αδέρφια" είπε.
Οι Ασσαμίτες λίγη ώρα μετά έπαιρναν το έπαθλό τους, μα με δισταγμό. Η δουλειά δεν είχε τελειώσει. Και έπρεπε να τελειώσει. Ήταν συμβόλαιο, δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς.
"Τελειώστε τη δουλειά... Στη Νέα Υόρκη..."
Von Cortland Park, Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2002, 23:04
Τα παπούτσια του Weiss έτριζαν στο απάτητο χιόνι του Von Cortland Park. Ο ήχος τον εκνεύριζε και καταράστηκε την επιλογή των υποδημάτων του. Γρήγορα συλλογίστηκε ότι δεν είχε άλλα στη διάθεσή του - και ίσως είναι κάτι που έπρεπε να διορθώσει. Καλό το χαμηλό προφίλ, μα ίσως το είχε πλέον παρακάνει. Όπως και να είχε τα παπούτσια δεν έπρεπε να είναι αυτό που τον απασχολεί. Μάλλον προσπαθούσε να αποφύγει το άγχος. Πέρασαν δύο χρόνια στην πόλη. Και δύο χρόνια που απέφευγε αυτό το μέρος. Τώρα που ήταν εδώ αναρωτιόταν το γιατί. Μύρισε τον αέρα.
"Ηρεμία. Σχεδόν εξοχή. Σχεδόν."
Η ώρα ήταν αρκετά περασμένη ώστε να μην υπάρχει μεγάλη κίνηση. Περπατούσε ελεύθερα, ανάλαφρα. Θα έλεγε κανείς ότι χαιρόταν που βρισκόταν εδώ. Ο Ξανθός Βαυαρός άντρας χαμογελούσε και οι ρυτίδες που πλαισίωναν το στόμα του και το δέρμα που έμενε ακάλυπτο από την τριχοφυία και τα γυαλιά, έκαναν το πρόσωπό του πιο ανθρώπινο. Ναι, θα έλεγε κανείς πως ήταν ευδιάθετος.
Ασφαλώς αυτό θα το έλεγε κάποιος αφελής. Τα κατακόκκινα μάτια του, πίσω από τα μαύρα γυαλιά, παρακολουθούσαν τα πάντα στο οπτικό του πεδίο. Η γροθιά του ήταν σφιγμένη γύρω από το παλιό του μπαστούνι. Τα δάχτυλα του άλλου του χεριού έπαιζαν νευρικά πίσω από την πλάτη του. Και ένα παιδί πιο πέρα θα ορκιζόταν ότι είδε κάτι να κουνιέται στην περιοχή του κόκκυγα.
Ο Gangrel ήθελε να είναι έτοιμος για τα πάντα. Για να μην τον έχουν αναζητήσει δύο χρόνια τώρα ούτε μία φορά, σημαίνει πως δεν τον κατέτασσαν στους φίλους τους. Ήλπιζε να μην ήταν ανάμεσα στους εχθρούς. Εκείνος ένιωθε πως έπρεπε να το ξεκαθαρίσει αυτό και γι' αυτόν τον λόγο ήταν εδώ απόψε. Εξάλλου λίγο ή πολύ ήταν και εκείνος σαν τους Ανεξάρτητους Gangrel. Οι σχέσεις του με την Καμαρίλλα είχαν παύσει εδώ και δεκαετίες.
Η μικρή διαμάχη του Calebros μαζί τους τον είχε κάνει να μην εμφανιστεί στο προσκήνιο για κάμποσο καιρό. Ο Αρχηγός τους, κάποιος ονόματι Ian, είχε σύμφωνα με τις φήμες, φτύσει κατάμουτρα τον Calebros και το "δώρο" που πήγε να προσφέρει στους Gangrel, το πάρκο αυτό. Και κατόπιν το είχε ανακυρήξει ο ίδιος Domain της clan του. Ακουγόταν για αγριάνθρωπος. Αλλά συνήθως για τέτοιους περνούσαν τους ομοπάτριούς του. Και τα κουτσομπολιά της Καμαρίλλα απείχαν πάντα κατά ένα ή δύο έτη φωτός από τις πραγματικές διαστάσεις του εκάστοτε θέματος. Οπότε είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Απόψε ήταν εδώ για να μάθει ο ίδιος.
Αυτό που τον ανησυχούσε πιο πολύ ήταν ότι δεν είχε δει τίποτα, δεν είχε ακούσει τίποτα, δεν είχε υποψιαστεί τίποτα. Φάνταζε σαν domain ενός δασοφύλακα, παρά ενός Ανεξάρτητου Gangrel. Οικογένειες που γυρνούσαν σιγά σιγά σπίτι, ζευγαράκια που περπατούσαν χέρι χέρι, μερικοί πλανόδιοι πωλητές. Όλα όμορφα και ήσυχα.
"Πρόβατα. Άφθονο κυνήγι. Παράδεισος!" σκέφτηκε.
Το βλέμμα του καρφώθηκε σε μια νεαρή κοπέλα που διάβαζε ένα βιβλίο στο πιο απομονωμένο παγκάκι του πάρκου.
"Δεν θα έλεγα όχι" μουρμούρησε και κινήθηκε προς τα κει τάχα αδιάφορα. Μα κάτι τον έκανε να σταματήσει. Μια φιγούρα, πίσω της, λευκή σαν το χιόνι τη μία στιγμή και έπειτα μαύροφορεμένη. Χαμήλωσε τα γυαλιά του μια ιδέα μήπως διακρίνει το πρόσωπο του διεκδικητή. Η κουκούλα δεν άφηνε περιθώριο να διακρίνει λεπτομέρειες, μα η απόκοσμη όψη του προσώπου τον έκανε να καταλάβει πως είχε να κάνει με έναν κυνηγό σαν τον ίδιο.
Ο κυνηγός, στη θέα των φλεγόμενων ματιών του Weiss, δίστασε για μια στιγμή. Μα με σβέλτες κινήσεις διεκδίκησε το έπαθλό του, ρίχνοντάς το αναίσθητο με ένα χτύπημα στο σβέρκο. Άρχισε να τη σέρνει προς το δασάκι, μην αφήνοντας τον Weiss από τα μάτια του.
Το βλέμμα του έδειχνε στον Gangrel πως ο κυνηγός δεν είχε διάθεση να διαπραγματευτεί το κυνήγι του. Συνειδητοποίησε και ο ίδιος ότι δεν πεινούσε τόσο ώστε να μπλέξει περισσότερο.
"Είναι δική σου" του φώναξε. "Δεν είμαι εχθρός, το όνομ..."
Δεν απόσωσε τη φράση του και το περίεργο πλάσμα χώθηκε στα δέντρα και εξαφανίστηκε από το οπτικό του πεδίο. "Να πάρει" σκέφτηκε και προχώρησε ακολουθώντας το ίχνος που το θύμα άφηνε συρόμενο στο χιόνι. Έφτασε προφανώς αργά, καθώς η νεαρή γυναίκα ήταν αναίσθητη και παρατημένη στο χιόνι. Αφού σιγουρεύτηκε ότι είναι ζωντανή και δεν υπάρχει κανείς τριγύρω, την έσυρε πίσω στη θέση της, σχολιάζοντας τις συνήθειες των νέων και την ακαταστασία τους. Άνοιξε την τσάντα της κοπέλας, πήρε μερικά χρήματα από το πορτοφόλι της και τα έβαλε στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Έσπασε ένα κλαδί από το διπλανό δέντρο και το τσάκισε στη μέση, πετώντας το παραδίπλα. Ύστερα κάλυψε πρόχειρα και βιαστικά τα ίχνη στο χιόνι, ακόμα βλαστημώντας.
"Ποιος είσαι του λόγου σου;" ακούστηκε μια φωνή πίσω του, μαζί με τον χαρακτηριστικό θόρυβο της καραμπίνας που οπλίζει.
"Τέλεια" σκέφτηκε ο Weiss και γύρισε να κοιτάξει τον συνομιλητή του. Ήταν ένας νεαρός ξανθός άντρας, όχι ιδιαίτερα ψηλός, μα σίγουρα γεροδεμένος. Ντυμένος με παλιόρουχα κα οπλισμένος με μια καραμπίνα, τον κοίταζε διερευνητικά. Το φουντωτό του μαλλί, υπερβολικά φουντωτό για άνθρωπο, τον κατέτασσε στον πρώτο Ανεξάρτητο Gangrel που γνώριζε ο Weiss.
Έβγαλε τα γυαλιά του, ύψωσε το ανάστημά του και ξερόβηξε. Ο άλλος χαμήλωσε το όπλο του και φάνηκε να χαλαρώνει.
"Ονομάζομαι Weiss, της clan Gangrel, τέκνο της Marta Schwarzwalt" είπε γεμάτος επισημότητα, εμφανώς ευχαριστημένος που συναντούσε έναν ομοπάτριό του.
"Alistair. Λέγε με Al, όλοι έτσι κάνουν" απάντησε με ουδέτερο βλέμμα ο άλλος.
Ήταν προφανές πως δεν ήταν αυτό που περίμενε ο Weiss. Κατάλαβε πως είχε να κάνει με νεαρό Ομόαιμο. Το ύφος του άλλαξε και έγινε πιο καθημερινό και προσιτό, κάτι που ταίριαζε, καθώς έκρινε, στην περίσταση.
"Ήθελα να βρω τους Ανεξάρτητους Gangrel"
"Τους βρήκες. Βασικά, βρήκες εμένα, το παιδί της αγγαρείας..." είπε χαμηλώνοντας το βλέμμα ο άλλος. "Έφυγαν και με άφησαν να φυλάω το domain μας για όσο θα λείπουν βλέπεις..."
Ο Weiss κατάλαβε προς τα πού πήγαινε η κουβέντα και την επιτάχυνε.
Νότιο Bronx, Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2002, 03:45
Ο Ian οδηγούσε σαν τρελός στους άδειους δρόμους του Bronx. Στο μυαλό του δεν υπήρχαν φανάρια, ούτε δρόμοι, σήματα, πεζοί. Τα λάστιχα στρίγγλιζαν σε κάθε στροφή και η μηχανή μούγκριζε σε κάθε ευθεία. Όποιος τύχαινε για οποιοδήποτε λόγο να είναι ξύπνιος και να δει το γεγονός πίστεψε πως ήταν ακόμα μια παράνομη μεταμεσονύκτια κούρσα. Μα το παλιό Ford δεν ήταν σίγουρα κατασκευασμένο για τους σύγχρονους αγώνες που λάμβαναν μέρος. ήταν απλά ένα αυτοκίνητο για να μην τραβήξει την προσοχή.
Αν υπήρχε συνοδηγός θα ορκιζόταν πως το τιμόνι θα ξεκολλήσει σε κάθε απότομη αντίδραση του Gangrel. Τα χέρια του κινούνταν βίαια, έσφιγγε το τιμόνι σαν να κρατούσε κάποιο όπλο. Στο μυαλό του ήταν κάπως έτσι. Ήθελε πολύ να μην είχε φύγει και αυτή τη στιγμή να έσφιγγε κάποιο όπλο με το οποίο θα χτυπούσε τους Φονιάδες. Δεν μπορούσε ακόμα και τώρα να δει γιατί του φάνηκε καλή ιδέα να φύγει.
Μέχρι να βρει λίγο χρόνο να βάλει τις σκέψεις του σε σειρά δεν θα τα κατάφερνε. Ήταν πολύ θυμωμένος, στεναχωρημένος και ανήσυχος για να σκεφτεί λογικά. Θα διαπίστωνε μετά πως το να καταφέρει να πάρει τότε τη λογική απόφαση ήταν ένα θαύμα που του έσωσε τη ζωή. Όσο για τώρα, ένιωθε διαρκώς το κυνήγι των Ασσαμιτών. Ένιωθε πως ήταν ακόμα και αυτή τη στιγμή πίσω του, δίπλα του, παντού τριγύρω, αόρατοι και σιωπηλοί όπως μόνο εκείνοι ξέρουν να είναι. Και θανατηφόροι.
Έπαιξε τη σκηνή στο μυαλό του, όταν οι Ασσαμίτες ορμούσαν για το τελικό χτύπημα και δεν βρήκαν παρά ένα παχύ σύννεφο ομίχλης, ζωντανής και με δική της βούληση ομίχλης, που κινήθηκε αργά προς το φεγγίτη της αποθήκης, ψηλά, μακριά από τις διψασμένες λεπίδες των επίδοξων κυνηγών. Θέλησαν να την ακολουθήσουν, μα η ομίχλη κινήθηκε αργά προς τους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Σαν να είχε κάποιο προαίσθημα, ο πάντα επιφυλακτικός Gangrel είχε αφήσει το αυτοκίνητό του σε έναν παράδρομο της κεντρικής λεωφόρου. Αρκετά κεντρική η λεωφόρος για να χαθεί στο πέπλο της καθημερινότητας, μα αρκετά σκοτεινό το σοκάκι ώστε να αποφύγει τα περίεργα βλέμματα.
Οι Ασσαμίτες δεν ήταν τυχαία ξεπεταρούδια και απέδειξαν άλλη μια φορά την αξία τους. Ακολούθησαν την ομίχλη μέχρι και το στενό εκείνο. Μα ο Ian αποδείχτηκε ακόμα εξυπνότερος. Τρύπωσε στον υπόνομο, λίγα μέτρα μακριά από το αυτοκίνητο, χωρίς να ξέρουν οι Ασσαμίτες τι είχε στο μυαλό του. Και όταν οι κυνηγοί τον ακολούθησαν μέσα στΑ βρώμικα υπόγεια, εκείνος με μια έξυπνη τρίπλα ξαναβγήκε στην επιφάνεια από την αποχέτευση, έξω ακριβώς από το αμάξι του και έφυγε μακριά τους, βλέποντας στον καθρέφτη από τα 200 μέτρα τα θυμωμένα - όπως τα φαντάστηκε - πρόσωπά τους να χάνονται σε μια θολούρα και έπειτα να σβήνουν από το οπτικό του πεδίο.
Από τότε έτρεχε, με μια μικρή διακοπή για να αποφύγει το ηλιόφως στην αγκαλιά της γης. Ήξερε πως οι Ασσαμίτες δεν θα τα παρατούσαν. Γι' αυτό έπρεπε να τους παρασύρει στα μέρη του, εκεί όπου θα είχε συμμάχους, μα και την άνεση του χώρου για να τους αντιμετωπίσει. Το μόνο τους πλεονέκτημα θα ήταν ο αιφνιδιασμός.
Το βλέμμα του σκοτείνιασε ξαφνικά. "Συμμάχους..." σκέφτηκε. "Ζωντανός είναι μόνο ένας πλέον. Και αυτός είναι ο Αλ" είπε συνεχίζοντας με μια βρισιά. Χωρίς συμμάχους ήξερε πως η δυνατότητα να επιβιώσει γινόταν σημαντικά μικρότερη. Ήταν ίσως η στιγμή που φοβόταν πάντα, η στιγμή που θα μετάνιωνε για την μέχρι τώρα πορεία του σαν αρχηγός των Gangrel της Νέας Υόρκης και την απόφασή του να διακόψει από την αρχή τις πολλές επαφές με την κοινωνία της Camarilla. Είχε δώσει πολύ ξεκάθαρο μήνυμα με την απόρριψη του "δώρου" του Calebros και ήξερε πως το έδαφος ήταν εχθρικό. Μέχρι πρότεινος είχε τη δύναμη και το κουράγιο να δικαιολογήσει όλη αυτή τη συμπερφιορά του. Τώρα τα δεδομένα είχαν αλλάξει. Σε μια νύχτα είχαν αλλάξει όλα. Έχασε τους συντρόφους του.
Ο θυμός επανήλθε. Έγινε οργή. Η επόμενη στροφή έγινε πολύ δυσκολότερη από όσο την υπολόγισε αρχικά. Το αμάξι έφυγε από τον έλεγχό του. Πάτησε με μανία το φρένο, μα ο βρεγμένος δρόμος δεν επέτρεψε στο αυτοκίνητο να ακινητοποιηθεί εντελώς. Ευτυχώς δεν υπήρξε σύγκρουση. Εκτός από αυτή στο μυαλό του γηραιού Gangrel. Συνειδητοποίησε πως έπρεπε να στραφεί σε κάποιον για βοήθεια. Έπρεπε από κάπου να βρει υποστήριξη.
Manhattan, Πεμπτη 21 Νοεμβρίου 2002, 22:46
Ο Ian έσφιξε τα δόντια του. Δεν του άρεσε αυτό που έπρεπε να κάνει. Καταράστηκε την ώρα και τη στιγμή που πήρε την απόφαση να οδηγήσει μέχρις εδώ.
"Ας πάει στο διάολο" είπε, "δεν θα το κάνω!"
Και κίνησε να φύγει. Αλίμονο, κατάφερε μόνο να κάνει μερικά βήματα. Οι εικόνες στο μυαλό του έπαιξαν και πάλι, τον χτύπαγαν αλύπητα. Το Κτήνος, κουρνιασμένο στη γωνία του, κρυφογέλαγε. "Εκδίκηση" έλεγε. Το ζήταγε το απαιτούσε.
"Εκδίκηση" είπε ο Ian. Ένιωθε ότι το χρωστούσε στους πεσόντες φίλους του. Είδε τα πρόσωπά τους, παντού τριγύρω του. Οι φωνές τους γίνανε μία με αυτή του Κτήνους, ακόμα και η φωνή του ίδιου του Ian. Τα μάτια του κοκκίνησαν πίσω από τα σκούρα γυαλιά του, οι φλέβες στα χέρια του σχηματίστηκαν σαν μπλε ποτάμια που χάνονταν κάτω από τα ρούχα του. Οι κυνόδοντές του άρχισαν να μεγαλώνουν και το ύφος του σκοτείνιασε, αποκτώντας ένα επικίνδυνο χαμόγελο που κανείς στον κόσμο δεν θα ήθελε να είναι η αιτία που υπήρχε στα χείλη του μανιασμένου Gangrel.
"Εκδίκηση! Εκδίκηση!"
Οι φωνές άρχισαν να γίνονται ουρλιαχτά, να μπλέκονται με γέλια και βρυχηθμούς. Το Κτήνος είχε ξυπνήσει και ξεμούδιαζε. Κοιτούσε τους ανθρώπους μέσα από τα κόκκινα μάτια του Ian. Η μυρωδιά η ίδια του Σφρίγους τους έφτανε στη μύτη του και μεθούσε το Κτήνος, σαν την τσίκνα κάποιου αρχαίου βωμού. Ήταν η τελευταία ευκαιρία του Ian. Την άρπαξε.
Όρμησε στο παραδίπλα σοκάκι και αφού έκανε τρία τέσσερα αδύναμα βήματα σωριάστηκε στα γόνατά του και βάλθηκε να ελέγξει την επικίνδυνη δύναμη μέσα του.
Bronx, Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2002, 23:59
Περπάτησε για λίγο μέσα στη νύχτα, μόνος του. Αυτό επιθυμούσε και αυτό έκανε. Αυτό ήξερε να κάνει, να βαδίζει μόνος του, κάθε νύχτα που περνούσε. Δεν είχε πλέον σχέση με τίποτα και κανέναν. Στο μυαλό του ήρθαν οι σκηνές των τελευταίων νυχτών.
Πόσο είχαν χαρεί που τον έβλεπαν. Πόσο φαίνονται να χάρηκαν. Πόσο επέλεξαν να δείξουν πως χαίρονται. Και όσοι δεν τον ήξεραν τον συμπάθησαν. Μα εκείνον δεν τον ένοιαζε πλέον τίποτα από αυτά. Τα είχε παρασύρει στο διάβα του ο χρόνος, αφήνοντας στη θέση τους μόνο μίσος, αηδία και στεγνό εγωισμό. Δεν είχε άλλη επιλογή. Τον κούραζαν. Τον βάραιναν. Τον έκαναν να ευχαριστεί για αυτή του τη μοίρα, τη χειρότερη από κάθε θάνατο. Να είσαι η φυλακή και ο κρατούμενος μαζί, τι τρισκατάρατο παιχνίδι του είχε παίξει η τύχη, για δεύτερη φορά, αναρωτιόταν.
"Χάρηκαν", σκέφτηκε. "Νόμιζαν ότι χάρηκα και εγώ. Αυτοί και ο μικρόκοσμός τους, αηδία! Είναι αδύναμοι, τι σκεφτόμουν! Ζούνε ενώ η ζωή τους έχει απορρίψει. Η μικρή θέλει να αναπνεύσει ξανά και προσπαθεί για αυτό και μόνο. Φοβόταν να κατευθύνει το μαχαίρι της προς το μέρος μου, φοβόταν και ας ήξερε πως δεν μπορούσε να με βλάψει.
"Και ο μαθητής μου... Η τέχνη του τόσο χοντροκομμένη, έχει χάσει πλέον κάθε ίχνος της διδασκαλίας μου. Το σπαθί του θέλει να κόψει, σαν να προσπαθεί να αποδείξει κάτι σε κάποιον, σε όλους ίσως!
"Και ο Weiss, τόσο όμορφος Ομόαιμος κάποτε, τώρα χαμένος, χωρίς ψυχή, χωρίς μυαλό, ένα άβουλο πλάσμα που γίνεται νύχτα τη νύχτα σαν τα ζώα που τόσο αγαπάει.
"Όπως και ο Ian, τυφλωμένος τόσο από τα πάθη του, έχει χάσει τα πάντα και ελπίζει να βρει κάτι που και ο ίδιος δεν το ξέρει.
"Ο κάποτε φίλος και συνοδοιπόρος μου, Shankar. Μια σκια του παλιού του εαυτού, ένα τίποτα, κρυμμένο περίτεχνα πίσω από ένα προσωπείο που ταιριάζει σε αυτόν όσο το νερό και το λάδι. Και που η ματαιδοξία του θα του αποφέρει τελικά τόσο μεγάλα βάσανα στο μέλλον, όχι από τους άλλους, μα από τον ίδιο του τον εαυτό.
"Και τέλος ο Ερμής. Ο καλύτερος απ' όλους. Ο Ομόαιμος που έχει γίνει ένα με τα πιστεύω του, σαν να είναι αυτός κομμάτι τους και όχι το αντίθετο. Τόσο υπερόπτης που δεν θα δει τον κίνδυνο παρά όταν θα έχει ήδη επέλθει η καταστροφή.
"Αδύναμοι... Ναι, μα νεκροζώντανοι..." Στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε η θλίψη. Το λογύδριο που τον ώθησε η απαισιοδοξία του να βγάλει, θέλοντας να πληγώσει τόσο τους μέλλοντες συμμάχους του όσο και τον ίδιο, είχε πετύχει το στόχο του. Αναλογίστηκε για άλλη μια φορά γιατί είχε έρθει εδώ, γιατί τους είχε βρει. Γιατί τους εκμεταλλευόταν. Γιατί τους έκλεβε τα ίδιο τους το είναι. "Καταραμένο πλάσμα" μουρμούρισε, ελπίζοντας σε κάποια αντίδραση, μα προς μεγάλη του απογοήτευση το πλάσμα έμεινε σιωπηλό.
Σταμάτησε όταν έφτασε στο πάρκο. Κοίταξε με τα σχιστά του μάτια τον ουρανό και κατόπιν τον περιβάλλοντα χώρο. Το χιόνι έπεφτε απαλά, αθόρυβα. Τα δέντρα είχαν καλυφθεί, το έδαφος είχε καλυφθεί, τα αμάξια είχαν καλυφθεί. Το μόνο που δεν μπορούσε να καλύψει το χιόνι ήταν η λεία του. Τα ίχνη που σοφά είχε αποφασίσει να ακολουθήσει εδώ, στην Νέα Υόρκη, σταμάταγαν σε αυτό το πάρκο. Έπρεπε να δει με τα μάτια της ψυχής του για να είναι σίγουρος τι θα αντιμετώπιζε. Προχώρησε ακόμα λίγο, προς τα δέντρα αυτή τη φορά. Κοίταξε τριγύρω του και δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Ξάπλωσε μαλακά στο φρέσκο χιόνι και αφέθηκε στην αγκαλιά του. Έκλεισε τα μάτια του και σήκωσε το σπαθί του. Με μια απότομη κίνηση το εκτόξευσε χωρίς να βλέπει, τόσο απότομα που κανείς θνητός δεν θα το έβλεπε. Το δέντρο στου οποίου τη ρίζα είχε βουλιάξει δίπλα τραντάχτηκε και το χιόνι που ξερκουραζόταν στα κλαδιά του, σαν ζάχαρη πασπαλισμένη έπεσε πάνω του και τον κάλυψε. Ύστερα η ψυχή του διαχωρίστηκε από το σώμα του και ταξίδεψε προς το στόχο του.
Von Cortland Park, Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2002, 20:00
"Σου κλέψανε το πολυτιμότερο αγαθό σου, το μοναδικό αγαθό που έχει κάποιος, τον ίδιο σου τον εαυτό."
Η νύχτα αυτή ήταν διαφορετική για τον ίδιο, το ήξερε από όταν το πέτρινο κορμί του σάλεψε μετά τη δύση. Πετούσε τώρα στον νυχτερινό ουρανό, από στέγη σε στέγη, προσπαθώντας να κρύψει τις αδέξιες κινήσεις του με μεγάλη δυσκολία. Είχε βγει από το Παρεκκλήσι, αυτό του ήταν αρκετό. Τα άλλα ήταν στο χέρι του. Είχε την νύχτα για τον εαυτό του. Έπρεπε να το κρύψει σαν γεγονός, μα ήξερε πως η ύπαρξή του είχε μικρότερη αξία από το καθετί. Συν τοις άλλοις ποτέ δεν ήταν καλός στα ψέματα. Όσο λιγότερα έλεγε, τόσο περισσότερο πιστευτός θα γινόταν, αυτό το ήξερε. Δεν είχε πολλή ώρα έτσι κι αλλιώς. Ήθελε απλά να επισκεφτεί τα παιδιά του. Ήταν σαν πατρικό ένστικτο, δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Δεν θυμόταν γιατί και πώς, μα τους είχε Αγκαλιάσει. Και ήξερε πού ήταν. Και ήξερε πως ήθελε το καλό τους. Δεν θυμόταν πόσο καιρό είχε να τους δει, δεν ήξερε καν αν υπάρχουν ακόμα. Θυμόταν όμως, καλύτερα μάλλον ήξερε, πως είναι η μόνη απόδειξη πως έχει δική του οντότητα και βούληση. Μερικές φορές τουλάχιστον.
Όταν επιτέλους έφτασε φρόντισε να κινείται μέσα στις σκιές. Κινούνταν αργά και σταθερά, ήξερε τον προορισμό του. Περνούσε αόρατος μέσα από μέρη που δεν έπρεπε να κινείται, αφήνοντας μόνο τα τεράστια αποτυπώματα των πελμάτων του στο χιόνι. Το σώμα του είχε γίνει κομμάτι του δάσους, με τα χρώματά του να αλλάζουν σαν το χαμελαίοντα.
Συνάντησε ένα περίεργο πλάσμα που του κίνησε το ενδιαφέρον. Ήταν Ομόαιμος, αυτό το ήξερε. Η clan Gangrel είχε τα δικά της χαρακτηριστικά, μοναδικά ανάμεσα στις άλλες. Έμοιαζε να ψάχνει κάτι, ή να περιμένει κάτι. Αυτό που τον ανησύχησε ήταν το μέρος. Ήταν πολύ κοντά στα τέκνα του. Με μεγάλη προσοχή τον ακολούθησε και οι φόβοι του επιβεβαιώθηκαν. Ο Μεγαλόσωμος Gangrel κινούνταν προς το καταφύγιο των νεαρών παιδιών του. Μπήκε στη σπηλιά τους ακολουθώντας τον, νιώθοντας μια ανακούφιση αντικρίζοντάς τα, σώα και αβλαβή, όπως υπέθεσε πως τα θυμόταν και ο ίδιος από την τελευταία φορά.
"Πώς πάει, καλά είστε;" ρώτησε ο περίεργος Ομόαιμος τα νεαρά Gargoyle. Εκείνα, γυρνώντας το βλέμμα προς το μέρος του και αντικρίζοντας προφανώς την αφεντιά του, έμειναν αποσβολωμένα. Ο Verbruch ήξερε πως δεν είχε επιλογή. Έκανε δύο βαριά βήματα και τύλιξε με τα πέτρινα μπράτσα του τον Gangrel. "Ποιος είσαι;" ρώτησε με τη χαρακτηριστική φωνή του, σαν πέτρες που τρίβονται μεταξύ τους αργά και αντί για θόρυβο, παράγονται λέξεις και φράσεις θαρρείς από κάποιον στο βάθος ενός πηγαδιού.
Η λαβή του ήταν αρκετά δυνατή για να κάμψει κάθε αντίσταση που προέβαλε ο εισβολέας.
"Το όνομά μου είναι Ian", είπε ήρεμα ο άλλος "και είμαι ο κύριος αυτών εδώ των εδαφών. Και εσύ ποιος είσαι;" ζήτησε να μάθει, ενώ η φωνή του πρόδιδε την ανησυχία και τους συλλογισμούς που έκανε μέσα του κρυφά. Ήξερε πολύ καλά ο Ian με ποιον είχε να κάνει, μα ήθελε να γνωρίζει τις προθέσεις και τους τρόπους του συνομιλητή του. Αποφάσισε βιαστικά πως δεν έπρεπε να φερθεί ανόητα και να προκαλέσει την τύχη του, ειδικά σε μια περίπτωση που ήξερε πως μπορούσε να επωφεληθεί και περίμενε καιρό τώρα. Ακόμα και αν δεν ήταν όπως τα είχε σχεδιάσει ακριβώς.
"Ποιος τους το έκανε αυτό;" ρώτησε η ξερή φωνή δίπλα στο αυτί του, και ο Ian κατάλαβε πως του έδειχνε το τσακισμένο χέρι του Gossan. Ήταν η ερώτηση που ήθελε να αποφύγει, μα το πλάσμα που τον κρατούσε δεν είχε προφανώς ούτε την όρεξη, ούτε το κοινωνικό χάρισμα να χαζολογήσει. Πάντως δεν έχανε κάτι να προσπαθήσει να τον χαλαρώσει.
"Ηρέμησε σε παρακαλώ. Κατά πρώτον δεν ήμουν εγώ..."
Η λαβή έσφιξε γύρω από τα μπράτσα του. Έσφιξε όσο δεν είχε σφίξει καμία λαβή ποτέ. Ο Ian αναλογίστηκε πόσο λάθος είχε εκτιμήσει την κατάσταση. Το πλάσμα ήταν τσαντισμένο. Και το καταλάβαινε, εκείνος ίσως περισσότερο από όλους. Και καθώς τα σκεφτόταν αυτά η λαβή έγινε ακόμα πιο σφιχτή. Ο Ian σφάδαξε από τον πόνο, καθώς άκουσε τα κόκκαλά του να τρίζουν. Δεν υπήρχε λόγος για παραπάνω ρίσκο.
"Weiss" είπε τελικά. "Είναι της clan μου." Η λαβή χαλάρωσε και ο Gangrel σωριάστηκε στο έδαφος. Αφού ανοιγόκλεισε λίγο τα μάτια του για να ξεθολώσει το βλέμμα του, κοίταξε προς τον τέως δεσμώτη του. Το Gargoyle θα ήταν περίπου 2 μέτρα, ίσως και παραπάνω, σε ύψος και το μέγεθός του τέτοιο που έκανε τον ίδιο να μοιάζει φυσιολογικός. Το βλέμμα του τόσο ανέκφραστο και το πρόσωπό του σαν λαξεμένο στο πέτρινο κορμί του, τα μάτια του δύο μαύρες άψυχες κόγχες.
"Σε ευχαριστώ που τους φρόντισες, ξένε" ήταν τα λόγια του Gargoyle που έβγαλαν από τις σκέψεις τον Ian. "Μα ο Ομόαιμος που το έκανε αυτό θα πληρώσει..." αποτελείωσε τη φράση του, και γύρισε την πλάτη προς τον γηραιό Gangrel.
"Δεν υπάρχει τρόπος να σε πείσω να το ξεχάσεις αυτό;" είπε απεγνωσμένα ο Ian.
"Όχι, πρέπει να λογοδοτήσει..." είπε το τεράστιο πέτρινο πλάσμα και έφυγε.
"Δεν ανησυχώ για αυτόν..." μουρμούρισε ο Ian και γύρισε προς τα νεαρά πλάσματα που είχαν κουρνιάσει στην άκρη της σπηλιάς, φοβισμένα και αβέβαια.
Von Cortland Park, Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2002, 20:13
Ο Weiss προχωρούσε σιωπηλά μέσα στο άλσος. Είχε μόνο ένα διαρκές συναίσθημα πως κάτι θα πάει στραβά. Ίσως ήταν ένστικτο, ίσως ήταν απλά η απαισιοδοξία που είχε μετά από τόσους αιώνες ριζώσει στην καρδιά του. Όλα έδειχναν να μπαίνουν σε μια σειρά - τουλάχιστον για όσους ξέχασαν το παρελθόν. Μα εκείνος θυμόταν. Ήξερε. Ήξερε πως η βραδινή συνάντηση δεν θα εξελισσόταν ομαλά.
Οσμίστηκε τον αέρα και ήταν πιο καθαρός. Ήταν και η στιγμή που συνειδητοποίησε την αλλαγή που δεν είχε προσέξει πριν από πολύ καιρό. Την αλλαγή στο κλίμα, στο περιβάλλον, σε όλα. Την διαφθορά της Δαιμονικής παρουσίας στον όμορφο αυτό χώρο. Ένιωσε μέσα του οργή για ό,τι συνέβη σε αυτόν τον τόπο. Πικρία. Θυμήθηκε τον Omar, θυμήθηκε τη μάχη που έδωσε. Αναρωτήθηκε τι να απέγινε. Αλλά δεν υπήρχε κανείς να του απαντήσει σε αυτό. Θυμάται τα μάτια του, κατακόκκινα από την πίεση και το άγχος, τη φωνή του να τον παρακαλεί να τους πάρει όλους από εκείνο το καταραμένο μέρος και να φύγουν όσο προλαβαίνουν. Πριν καταστραφούν τα πάντα και το κεφάλαιο αυτό κλείσει για την πόλη.
Μια αλλαγή στα ρεύματα του αέρα τον απάλλαξε από τις βαριές του σκέψεις. Στρέφοντας το κεφάλι προς στα δεξιά του η βαριά γροθιά του Verbruch προσγειώθηκε στο μάγουλό του. Η υπερφυσική δύναμη του θεόρατου Gargoyle τον απώθησε στα 10 μέτρα, ίσως να συνέχιζε κι άλλο αν ένα δέντρο δεν έκοβε την πορεία του.
Η Lumidee απέμεινε να κοιτάζει άναυδη την σκηνή. Ο Verbruch είχε τέτοιο όγκο που έκανε την ίδια να μοιάζει με μωρό. Το βλέμμα της έπεσε στον Weiss για τα δύο δευτερόλεπτα που έμεινε στον αέρα μέχρι που προσγειώθηκε βαρύς στο έδαφος. Αποφάσισε να αναλάβει δράση και έβγαλε τα μαχαίρια της, αμφισβητώντας αν θα μπορέσουν τα ταλέντα της και τα όπλα της να την εξυπηρετήσουν ενάντια σε αυτόν τον Γολιάθ.
Ο Gangrel ξέθαψε το κεφάλι του γρήγορα από το χιόνι και κοίταξε το Gargoyle που προχωρούσε προς το μέρος του απειλητικά. Και η νεαρή Brujah ετοιμαζόταν για μάχη. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Το Gargoyle του επιτέθηκε, ήταν σε ουδέτερο έδαφος, οπότε όλα επιτρέπονταν. Δεν ήταν πως δεν μπορούσε να λυγίσει αυτό το θηρίο, μα ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις αν το έκανε; Είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει. Μα ποιος το εξηγεί αυτό στους Tremere;
"Πρέπει να επιλέγεις τις μάχες σου" είχε πει ο Omar. Και έτσι αποφάσισε να κάνει ο Weiss. Έπρεπε να καλέσει το Κτήνος και έτσι έκανε. Μόνο εκείνο ήταν ικανό να τρομάξει το Gargoyle. Όπως και έγινε. Ο Verbruch πέταξε μακριά τρομοκρατημένος. Και ο Weiss χάιδεψε το σαγόνι του, κάνοντας έναν μορφασμό πόνου, ακουμπώντας στον κορμό του δέντρου πίσω του.
Η χαρακτηριστική στωικότητα του Weiss έκανε τη Lumidee να τα χάσει. Η ίδια έπιασε τον εαυτό της αντανακλαστικά να προσπαθεί να προλάβει την αναπνοή της, ακόμα και αν δεν την χρειαζόταν. Μα ο Weiss σηκωνόταν ήρεμος, αν και ενοχλημένος. Τϊναξε τη σκόνη και το χώμα από πάνω του και προσπάθησε να βρει το τηλέφωνό του. Το κοίταξε όπως πάντα έκανε με μισό μάτι και απάντησε.
"Weiss, βρες με στην κρυψώνα των Gargoyles. Και πρόσεχε όπως έρχεσαι, νομίζω πως ίσως σε κυνηγάει ο Verbruch."
"Με βρήκε ήδη" απάντησε ο Βαυαρός και έκλεισε το ακουστικό. Η Lumidee τον πλησίασε διστακτικά. "Είσαι καλά;" τον ρώτησε με αυθεντικό ενδιαφέρον και συγκρατημένο τρόμο. Η απάντηση του Weiss ήταν μονολεκτική: "Πάμε".
Αντίθετα με ό,τι πίστευε η Lumidee ο Weiss δεν ήταν τρομοκρατημένος. Οι απότομες αντιδράσεις του ήταν απότέλεσμα της εγρήγορσης στην οποία βρισκόταν. Και το Ξεπεταρούδι δίπλα του ήξερε πως δεν επρόκειτο να σταματήσει να μιλάει εκτός αν της το έκοβε από νωρίς. Την άφησε να τον ακολουθεί. Τα μάτια του έγιναν κατακόκκινα και σάρωναν κάθε μοίρα του οπτικού του πεδίου. Το δις εξαμαρτείν ούκ ανδρός σοφού. Είχε αρχίσει να δένεται τόσο με την περιοχή αυτή, που είχε ξεχάσει πως δεν του άνηκε, πως ήταν επικίνδυνη, αν όχι εχθρική. Αποφάσισε να απαντήσει σε αυτό.
Η Lumidee τον ακολουθούσε σιωπηλά, πατώντας στις μύτες των ποδιών της, χοροπηδώντας, προσπαθώντας να πατάει στα ίχνη που άφηνε ο Weiss. Τα μικρά της πόδια δεν έκαναν ιδιαίτερα εύκολη αυτή τη δουλειά, μα για μία στιγμή, ένιωσε πως ήταν παιδί, άνθρωπος ξανά, πίσω στο χρόνο. Ακολουθούσε έναν άντρα που θα μπορούσε να είναι ο πατέρας της και έπαιζε σαν παιδάκι. Σταμάτησε να απολαύσει αυτή τη στιγμή. Κοίταξε προς τον Gangrel. Τα γαμψώνυχα που φύτρωσαν στα χέρια του έπληξαν θανάσιμα τη φαντασίωσή της. Το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη της και ευχαρίστησε την τύχη της που δεν παρασύρθηκε παραπάνω από όσο έπρεπε.