Είχε πει σε όλους πως θα πήγαινε για κυνήγι. Μα δεν ήταν το Κτήνος που τον τρέλαινε και έπρεπε να χορτάσει. Ήταν ο ίδιος του ο εαυτός. Ήταν η πεποίθησή του πως ο Weiss μπορούσε να είναι πολλά παραπάνω πράγματα και πως μπορούσε να τον βοηθήσει.
Πλησίασε τη σκυθρωπή φιγούρα στο παράθυρο. Το βλέμμα της ήταν κενό και το μυαλό της ταξίδευε σε μέρη που ο ίδιος δεν θα ήθελε να επισκευτεί- τα φοβόταν ήδη. "Ο Weiss δεν πρέπει να δολοφονήσει τον Πρίγκιπα" δήλωσε ευθέως. Ήταν αρκετό ώστε να επαναφέρει τη Roxanne στην πραγματικότητα και το βλέμμα της στράφηκε πάνω του, γεμάτο ανυπομονησία για τις επόμενες κουβέντες του γηραιού. Εκείνος, ικανοποιημένος που κέρδισε την προσοχή της, ήξερε πως είχε έρθει η ώρα να της ανοίξει τα χαρτιά του.
"Και οι δύο σας προσπαθήσατε πολύ να κρατήσετε όποια κομμάτια της ανθρωπιάς σάς άφησε το αγκάλιασμα και νύχτες ενός αιώνα - αιώνων στην περίπτωσή του. Τα δεσμά που επιλέξατε είναι δική σας υπόθεση και δική σας απόφαση. Μία απόφαση που το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σεβαστώ. Το ότι δεν πιστεύω σε ό,τι πίστευα στη ζωή μου δεν σημαίνει πως διασκεδάζω να βλέπω κάποιον να χάνει την ηθική του. Συνέβη και σε μένα κάποτε. Και δεν ήθελα να είμαι στη θέση του παρατηρητή τότε, να βλέπω τον εαυτό μου να χάνεται στο νύχια του Κτήνους, να βυθίζεται στο πιο βαθύ σκοτάδι. Να γίνομαι ό,τι γίνεται κι εκείνος τώρα..."
Η φιγούρα δίπλα του έσκυψε το κεφάλι. Ακούμπησε στο παράθυρο για να στηρίξει το σώμα της που ήταν έτοιμο να σωριαστεί. Ένιωσε πως ήθελε να αναστενάξει, ήθελε αέρα στα στήθη της, ήθελε να νιώσει τον κόμπο που έπρεπε να έχει στο στομάχι της. Και το έκανε. Ο γηραιός Gangrel δεν έδωσε σημασία, δεν κουνήθηκε εκατοστό και συνέχισε να μιλάει.
"Ο Weiss με βοήθησε στη Νέα Υόρκη. Το κομμάτι του που προσπαθώ να σώσω με αναγνώρισε ως φίλο και συνοδοιπόρο, με τίμησε σαν αρχηγό και με σαν το Άλφα της αγέλης του, όπως ήμουν κάποτε. Μα τώρα δεν ξέρω αν θα έκανε το ίδιο. Οι περιπέτειές του, οι πράξεις και τα γεγονότα που μοιραστήκαμε και μοιραζόμαστε παίρνουν τις τελευταίες του ανάσες, μπορώ να το καταλάβω. Και είμαι έτοιμος να του δώσω όσα μου έδωσε και εκείνος, είμαι έτοιμος να ξεπληρώσω το χρέος μου προς αυτόν, το χρέος ενός φίλου. Έχω το χρέος να τον πιάσω από το χέρι τώρα που το μίσος και η οργή του τον τυφλώνουν και να τον κάνω να δει ξανά, έστω και αν γι'αυτό πρέπει να κάνω όσα μισώ. Αν μου ζητηθεί θα πω ψέματα, όπως του είπα, θα τον αδικήσω, όπως και τον αδίκησα, θα τον προδώσω, όπως τον προδίδω τώρα. Θα σταθώ δίπλα του, κοντά του, με οποιοδήποτε κόστος, για να τον κάνω να δει αυτά που πρέπει να δει και οφείλω να του δείξω. Και νομίζω πως εδώ, που είχε την μεγαλύτερη ακμή του, ακριβώς τη στιγμή που σου έδωσε το δώρο της αιώνιας ζωής, εδώ σε αυτό το σπίτι και με εσένα βοηθό, θα μπορέσω να τον φέρω αντιμέτωπο με τη θλιβερή του πραγματικότητα: πως το μεγαλείο που κάποτε είχε τώρα κοίτεται στο χώμα, στη λάσπη και τη βρωμιά."
Η Roxanne έπεσε στα γόνατα και κρεμάστηκε από το πόδι του. Το έσφιξε τόσο δυνατά που το ύφασμα σκίστηκε, μα εκείνη δεν σταμάτησε. Δεν είχε εγωισμό πλέον, δεν της είχε μείνει τίποτα, δεν ήθελε να έχει αυτοέλεγχο.
"Βοήθα τον, σε ικετεύω!!" ούρλιαξε "δεν είναι αυτός ο άντρας που ήξερα!!"Αφέθηκε ελεύθερη να κλάψει, να φωνάξει και να θρηνήσει για το χαμό του γεννήτορά της, θρήνος ικανός να λυγίσει κάθε άνθρωπο, ειλικρινής και απεριόριστος σπαραγμός για τη σωτηρία του θετού πατέρα της.
"Βοήθα τον... Βοήθα μας..." κατάφερε να ψελλίσει ανάμεσα στους λυγμούς της.
Ο Ian γύρισε προς την πόρτα και περπάτησε προς την έξοδο. Θα τον βοηθούσε και αυτό ήταν το μόνο που τον ένοιαζε. "Θα ξαναμιλήσουμε. Κοίτα να συνέλθεις."
"Σώσε τον..." ψιθύρισε η Roxy μόνη της πλέον στο δωμάτιο. "Τον αγαπώ..."
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου