Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008

Ένα Ξεχασμένο Παρελθόν

Στην Αίθουσα του θρόνου, Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2002, 4:35 π.μ.

Ο Max προσμονούσε να τελειώσει αυτή η ατελείωτη και δυσάρεστη παρέλαση Ομόαιμων από την αίθουσα του θρόνου. Έβλεπε πρόσωπα το ένα μετά το άλλο, Ομόαιμοι μετά από Ομόαιμους, όλων των πατριών και κάθε είδους. Άλλο σιωπηλοί, άλλοι επικίνδυνοι, άλλοι περιχαρείς, άλλοι φιλικοί. Σκοτεινοί, επικίνδυνοι, αθώοι, σιωπηλοί, βαρετοί, χαρούμενοι, αινιγματικοί... Η λίστα προχωρούσε, νύχτα τη νύχτα και ο Max ήταν όλο και περισσότερο
αφηρημένος. Πιο δίπλα του πάντα ο Seneschal, με το διερευνητικό του βλέμμα. Γι' αυτόν κάθε Ομόαιμος που παρουσιαζόταν ήταν και ένας ένοχος, όσο μικρό και αν ήταν το έγκλημά του. Και του συμπεριφερόταν έτσι, αφού τους παρατηρούσε και τους ρωτούσε ό,τι μπορεί κανείς να υποθέσει πως ένας τρελός δικηγόρος θα ρωτούσε. Και ήταν ακούραστος. Δεν πτοήθηκε, ακόμα και όταν συνάντησε περιπαικτικές συμπεριφορές από τους άλλους. Θα έλεγες πως η
θέση του τού έδινε αρκετή αυτοπεποίθηση για να συνεχίσει. Οι νεαροί δεν τον παίρνανε σοβαρά στην αρχή. Οι φήμες είχαν φτάσει καισ τα αυτιά του, όλη η προπαγάνδα για αυτόν τον Ομόαιμο, με τον οποίο πιθανότατα δεν είχαν συζητήσει ποτέ. Έρχονταν με αέρα ανωτερότητας, μερικοί ακόμα και λύπης για τον Μαλκαβιανό. Μα όταν έφευγαν ήξεραν ότι κάτι είχε αλλάξει από τη συζήτησή τους με τον Seneschal. Ο Max αφού βαρέθηκε να ακούει την ιστορία του καθενός, άρχισε να παρατηρεί τον άντρα που θα είχε δίπλα του στις επόμενες νύχτες. Και έβγαλε τα δικά του συμπεράσματα.


Όταν μπήκε εκείνη, ήταν η μόνη στιγμή που φάνηκε να ξυπνά ο Max. Μπήκε μέσα αργά, και πλησίασε σιωπηλά τον Πρίγκιπα, κοιτώντας τον στα μάτια. Τα κόκκινα μαλλιά της έκανανμεγάλη αντίθεση με το λευκό της δέρμα.
Σήκωσε τα μάτια της και τον αντίκρισε. Το βλέμμα της μαρτυρούσε πως θα είχε κάτι το διαφορετικό αυτή η παρουσίαση, χωρίς να υποψιάζεται ο Max τι θα μπορούσε να ήταν αυτό.
"Εσείς είστε ο Πρίγκιπας λοιπόν;" ρώτησε η νεαρή Tremere. Δεν μπορούσε να το θεωρήσει ακριβώς αυθάδεια. Ο τόνος της φωνής της επιβεβαίωνε πως αυτή η ερώτηση της επιτρεπόταν. Ο Carter πίστεψε πως γνώριζε κάτι και γι' αυτό της επιτρεπόταν να κάνει αυτήν την ερώτηση. Ό,τι και να υπήρχε μεταξύ τους δεν μπορούσε να το μαντέψει. Και αν έκρινε από το άδειο βλέμμα του Πρίγκιπα, ούτε και ο ίδιος ήξερε ακριβώς τι συνέβαινε.
"Ναι, εγώ είμαι ο Πρίγκιπας της Νέας Υόρκης" είπε βαριεστημένα ο Maximilion. "Και με ποιο μέλος της πατριάς των Tremere έχω την τιμή να συνομιλώ;"
"Το όνομά μου είναι Anne." Στο άκουσμα και μόνο του ονόματος ο Max, σε αντίθεση με τον Carter, κατάλαβε γιατί υπήρχε αυτό το βαρύ κλίμα στην αίθουσα.
"Η γεννήτοράς μου είναι η κα Lafitte. Πιστεύω πως την έχετε γνωρίσει, έτσι δεν είναι;"
Σίγουρα ήταν κάτι που δεν περίμενε να ακούσει ο Maximilion. Μα κράτησε την ψυχραιμία του, σαν αυθεντικός Ventrue, κυρίως γιατί στο άκουσμα του ονόματός της ήταν προετοιμασμένος για τα πάντα.
"Είχα γνωρίσει την Sire σας στις αρχές του αιώνα, σε ένα ταξίδι μου στη Νέα Ορλεάνη. Ήταν αν δεν απατώμαι η περίοδος που συνάντησε τον τελικό θάνατο. Θλιβερό."
"Ναι, το γνωρίζω" είπε εμφανώς ενοχλημένη η Anne. "Αν δεν με χρειάζεστε άλλο θα ήθελα να αποσυρθώ, Πρίγκιπα." συνέχισε, τονίζοντας την τελευταία της λέξη με έναν τόνο που μεταφράστηκε ως ειρωνικός στο μυαλό του Maximilion.

"Πήγαινε και εσύ Carter. Επιθυμώ να μείνω μόνος. Οι παρουσιάσεις τελείωσαν για απόψε."
Ο Carter κράτησε την περιέργεια για τον εαυτό του. Δεν ήταν φυσιολογική η συμπερφιορά του Πρίγκιπα, μα ήταν εμφανώς ταραγμένος και δεν ήθελε να γίνει στόχος από λάθος χειρισμό.
"Ασφαλώς Πρίγκιπα. Θα σας ζητούσα ακριβώς το ίδιο μόλις τώρα" είπε ο Carter και άρχισε να μαζεύει βιαστικά τα πράγματά του. "Θα φτιάξω το αυριανό πρόγραμμα και θα το στείλω με φαξ, ώστε να το γνωρίζετε και να κάνετε κάποια αλλαγή εάν επιθυμείτε. Καλή σας νύχτα."
Προχώρησε προς την πόρτα με γοργά βήματα. Ο Maximilion, προχώρησε προς το θρόνο του χωρίς να του ρίξει δεύτερη ματιά και δεν είδε το θολωμένο βλέμμα του Μαλκαβιανού, ούτε πρόσεξε την νευρική κίνηση του λαιμού του.
Τα μάτια του Carter έγιναν κατάλευκα και κάρφωσε το κενό του βλέμμα στον Πρίγκιπα, ακριβώς πριν κλείσει την πόρτα με διακριτικότητα. "Όνειρα γλυκά" ψιθύρισε, με μια φωνή που δεν ήτανε δική του και αμέσως τίναξε το κεφάλι του, λες και ήθελε να διώξει κάτι από το μυαλό του. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα, και αφού συνειδητοποίησε πως όλα ήταν καλά, προχώρησε προς την έξοδο.
Στο δωμάτιο έμεινε μόνος ο Maximilion, καθισμένος στο θρόνο του. Χάιδεψε τα περίτεχνα σχέδια στο μπράτσο, χωρίς οι σκέψεις του να έχουν την παραμικρή σχέση με αυτήν την κίνηση. Το μυαλό του ταξίδευε, μέχρι που ένιωσε τα μακριά του μαλλιά να πέφτουν μπροστά στο πρόσωπό του - ένα γεγονός που τον έκανε να πεταχτεί από τη θέση του απότομα.
Το βλέμμα του ταξίδεψε κάπου μέσα στην αίθουσα, κάτι έψαχνε να βρει. Το βρήκε στην άλλη μεριά του δωματίου, στον τοίχο κρεμασμένο. Ένας καθρέφτης. Έτρεξε φρενήρης προς τα κει, και σταμάτησε τον εαυτό του βάζοντας τα χέρια του εκατέρωθεν του καθρέφτη, σε ένα απότομο φρενάρισμα μπροστά του. Κοίταξε μέσα. Είδε τον Max. Και μετά, σαν το φλας της μηχανής, ένα ξεχασμένο πρόσωπο το αντικατέστησε. Παραπάτησε προς τα πίσω με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά. Προσπάθησε να πει κάτι, μα οι λέξεις αρνούνταν να βγουν από τα χείλη του. Η μαγική εικόνα στον καθρέφτη εμφανίστηκε ξανά. Το ίδιο και ο πανικός του.
Ένιωσε να πέφτει σε ένα σώμα πίσω του. Απότομα γύρισε 180 μοίρες το σώμα του, μην γνωρίζοντας τι να περιμένει. Δεν υπήρχε τίποτα. Προσπάθησε να κρατήσει τα λογικά του. "Κάποιος είναι εδώ" σκέφτηκε. Κινήθηκε αργά μέσα στο δωμάτιο, περνώντας ανάμεσα στις κολόνες, πηγαίνοντας προς το σπαθί του. Ξαφνικά ένα τρίξιμο προκάλεσε την προσοχή του. Ο εισβολέας καθόταν στο γραφείο του Carter, στην πολυθρόνα του. Το άγχος τον κυρίευσε. Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν. Δεν μπορούσε καν να εξηγήσει το γιατί.
Η καρέκλα περιστράφη, αποκαλύπτοντας το άτομο που καθόταν επάνω της. Μια γυναικεία μορφή, την οποία ο Maximilion δεν αναγνώριζε και ας του φαινόταν τόσο οικεία.
"Την είδες;" τον ρώτησε η γυναίκα με ένα πλατύ χαμόγελο. "Αυτή είναι, αυτή ψάχνεις."
Ο Maximilion δεν ήξερε τι να απαντήσει. "Ποια είσαι;" τη ρώτησε με ένα υπνωτισμένο βλέμμα και σκέψεις μπερδεμένες.
"Είμαι η Mary της πατριάς των Brujah" του απάντησε. Ο Maximilion φάνηκε να αρκείται σε αυτό, μα η γυναίκα δεν είχε τελειώσει. "Έίμαι η Laura της πατριάς των Malkavian, είμαι ίσως και ο Peter της πατριάς των Nosferatu...Εσύ ποιος είσαι; Τι νόημα έχει; Σημασία έχει ότι είμαι εδώ" είπε κάνοντας στη συνέχεια μια μικρή παύση. "Χαίρομαι που σε ξαναβρίσκω παλιέ μου συνεργάτη..." συνέχισε και ο Maximilion δεν ήξερε τι να υποθέσει πια. Ή μάλλον φοβόταν να υποθέσει το προφανές.
Η κοπέλα σηκώθηκε και άρχισε να περαπατά στην αίθουσα. Υπνωτισμένος ο Maximilion την ακολουθούσε με το θολωμένο βλέμμα του. "Αυτή η μικρή μάγισσα είναι αυτή που ψάχνω. Και θα τη βρεις για μένα...
" ...Δεν το ξέρει μα είναι το κλειδί για μένα..."
" ...Μέσα στο μικρό της, νεαρό μυαλουδάκι, οι ανώτεροί της κρύψανε κάτι που ζητώ..."
" ...Δεν μπορώ εγώ, μα μπορείς εσύ..."
" ...Καληνύχτα Ομόαιμε..."
Ο Maximilion έμεινε μόνος του, εξουθενωμένος. Έπεσε στα γόνατα και δεν σάλεψε για ώρα. Δεν μπορούσε να πιστέψει όσα συνέβησαν μόλις. Δεν είχε καν το κουράγιο να τα θυμηθεί όλα. Έκλεισε τα μάτια του και σταμάτησε να προσπαθεί να βρει άκρη.

Στο Elysium, Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2002, 21:33

"Η Πόλη απαιτεί τις υπηρεσίες σας, αγαπητοί μου Ομόαιμοι, και θα ήταν χαρά μας να ξέραμε ότι μπορούμε να υπολογίζουμε στην βοήθειά σας."
Ο τόνος του Carter ήταν τυπικός και άκρως επαγγελματικός. Η φράση βγήκε με τόση σιγουριά, που ο Radu δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν διαταγή, πρόταση ή παράκληση. Ο Will είχε έρθει πιο υποψιασμένος. Κατάλαβε πως τα επόμενα λόγια του Μαλκαβιανού θα περιέγραφαν κάποιου είδους μυστική αποστολή, σαν τις χιλιάδες που του είχαν αναθέσει κατά καιρούς πολλοί διαφορετικοί αρχηγοί. Βολεύτηκε καλύτερα στην πολυθρόνα του και κρέμασε τα χέρια του εκατέρωθεν, αφήνοντας το κεφάλι του να γείρει προς τα πίσω. Βαριόταν αυτό το κομμάτι, κάθε φορά. Όλοι έπρεπε να κάνουν αυτόν τον ανούσιο πρόλογο, λες και θα λέγανε κάτι για το οποίο έπρεπε να προετοιμαστεί το ακροατήριό τους.
Ο Radu ενδιαφερόταν πιο πολύ. Κοίταξε ανυπόμονα τον Μαλκαβιανό και η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Περίμενε καιρό τώρα μια τέτοια κατάσταση, όπου θα έβρισκε μια ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του. Αναρωτιόταν αν θα άξιζε ή αν θα ήταν μια βαρετή αποστολή. Ο Μαλκαβιανός φαινόταν να επεξεργάζεται τον τρόπο που θα το έλεγε. Έμεινε σιωπηλός και ο Radu κρεμόταν από τα χείλη του, αγνοώντας τον Will και τις γκριμάτσες βαρεμάρας που έκανε δίπλα του.
"Είναι μέσα στα καθήκοντά μου" συνέχισε τελικά μετά από παύση ενός λεπτού ο δικηγόρος "να προσέχω για την ασφάλεια του Πρίγκιπα και να σιγουρευτώ πως τίποτα δεν θα πάει στραβά όσο θα είμαι το δεξί του χέρι. Και για αυτή τη δουλειά χρειάζομαι άτομα έμπιστα και δυνατά."
Ο Will έφερε τα χέρια στο πρόσωπό του και με έναν απαξιωτικό τόνο είπε:
"Σωματοφύλακες! Ενός Ventrue! Πρέπει να είσαι..." Κοίταξε τον άντρα που είχε απέναντί του και κατάλαβε πως έβγαζε νόημα όλο αυτό τελικά. "...άστο..." είπε για να τελειώσει τη φράση του, ενώ τη συνέχισε βλαστημώντας μέσα του.
Ο Radu είχε μια λάμψη στο βλέμμα του όταν γύρισε προς τον φίλο του. "Μην λες ανοησίες, Will!" Αφού συνάντησε το παγωμένο και απεγνωσμένο του βλέμμα, στράφηκε προς τον Μαλκαβιανό.
"Θα είναι τιμή μας. Μου... Όπως και να έχει, μετά χαράς, Seneschal, μπορείς να βασιστείς επάνω μας."
"Το ξέρω" είπε με νόημα ο Carter, χαμογελώντας. "Θα είστε υπό την καθοδήγηση ενός Ομόαιμου ακόμα. Αν αυτό δεν δημιουργεί πρόβλημα ασφαλώς..."

Ο Weiss απέστρεψε το βλέμμα του.
Αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνει πάντα κάτι τέτοιο. Φαινόταν σαν να είχε βάλει αγγελία στην μεγαλύτερη εφημερίδα των απέθαντων. Σαν να είχε μια ταμπέλα στο στέρνο του, όπου ήταν γραμμένο με μεγάλα γράμματα "Αρχηγός". Δεν ήταν αρχηγός, δεν το ήθελε πια! Έγινε μια φορά, δεν θα ξαναγινόταν. Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει, όχι. Θυμόταν ακόμα πόσα τράβηξε και υπήρχαν αρκετοί λόγοι να φερθεί εγωιστικά και να δώσει σαν απάντηση το "όχι". Εκείνη τη στιγμή ήθελε να γυρίσει και να χτυπήσει τον Seneschal δυνατά, όσο πιο δυνατά μπορούσε. Ήθελε να τον σακατέψει κυριολεκτικά, όχι γιατί είχε κάτι προσωπικό μαζί του, όχι επειδή έφταιγε σε τίποτα. Απλά επειδή ξεχείλιζε από θυμό. Δεν πίστευε αυτό που του συνέβαινε. Γιατί τον έβλεπαν όλοι σαν τον ιδανικό Ομόαιμο για αρχηγό; Κάποτε θα το καταλάβαινε. Πλέον απέφευγε να δώσει αυτήν την εντύπωση. Ήλπιζε πως τα κατορθώματά του στη Μάχη της Νέας Υόρκης είχαν μείνει ασχολίαστα, όπως εκείνα της Jezebelle. Ήθελε όλοι να ξεχάσουν την ύπαρξή του μερικές φορές. Τουλάχιστον να μην του ζητάνε συνέχεια κάτι. Αρκετά με αυτό.
Το βλέμμα του έπεσε στο πάτωμα. Δάγκωσε τα χείλη του και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Ο Carter παρεξήγησε αυτή την κίνηση ως αποδοχή του καθήκοντος, μα ο Weiss εκείνη την ώρα συνειδητοποιούσε κάτι που του είχε διαφύγει. Οι δύο Ομόαιμοι που έκαναν κουμάντο στην Camarilla είχαν πάρει αυτή τη θέση με την αξία τους. Ήξεραν τι έκαναν. Δεν ήταν ανόητοι, δεν άφηναν κάτι στην τύχη. Για τον Maximilion το περίμενε, το ήξερε βασικά, μα τώρα και ο Carter εμφανιζόταν πολύ συνειδητοποιημένος. Δεν ρίσκαρε. Δεν έβαζε κάποιον δυνατό και γνωστό του σε αυτή τη θέση. Έβαζε αυτόν. Κάτι ήξερε. Ο ίδιος ο Weiss γνώριζε πολύ καλά πως ήταν ο ίδιος η καλύτερη επιλογή για αυτή τη θέση. Δυστυχώς όμως δεν την ήθελε.
Ο Carter βρέθηκε προ εκπλήξεως στην άρνηση του Weiss. Ο τελευταίος καληνύχτισε ευγενικά και κίνησε να φύγει. Ήξερε πως δεν ήθελε πολύ για να πειστεί. Μα η αποδοχή θα ήταν λάθος, μοιραίο λάθος. Δεν ήθελε ευθύνες. Ήθελε την ησυχία του.

Στην Αίθουσα του Θρόνου, Πέμπτη 21Νοεμβρίου 2002, 23:43

“Πρίγκηπα, είμαι ο Ομάρ Ντάντε και θα ήθελα να σας δω, αυτή τη νύχτα ει δυνατόν. Θα μας δωθεί η ευκαιρία να σας διηγηθώ μερικά από τα ταξίδια μου, αν το επιθυμείτε και εσείς…”
“Φυσικά αγαπητέ ομόαιμε, θα σας περιμένω στην αίθουσα του θρόνου” είπε ο Μα
ximilion και έκλεισε το τηλέφωνο. Ζήτησε από το ghoul να μην τον ενοχλήσει κανείς. Έμεινε μόνος στο δωμάτιο περιμένοντας την επίσκεψη από τον παλαιό του φίλο και συνοδοιπόρο στα ταξίδια που έναν αιώνα πριν σχεδίαζαν μαζί. Και ανυπομονούσε πολύ να περάσει η ώρα ώστε να τον επισκεφτεί ο ομόαιμος της πατριάς των Τορεαδόρ που κάποτε μοιράζονταν τόσα κοινά… Σίγουρα την τέχνη του ξίφους… Και πλέον δε μπορούσε ούτε να αποκαλύψει στον Οmar την πραγματική του ταυτότητα. Να του μιλήσει για τα δικά του ταξίδια, με προορισμό το Λονδίνο, το Κάιρο και κάθε άκρη αυτού του κόσμου με συντροφιά μια αδίστακτη ομόαιμο. Οι σκέψεις αυτές οδήγησαν και πάλι τον Πρίγκηπα σε ένα μελαγχολικό βλέμμα που μαρτυρούσε την απόγνωση του… Απόγνωση που τόσο καλά έκρυβε. Και όμως αναθάρρησε και πάλι δίνοντας συνέχεια στις σκέψεις του. Το ταξίδι του με την Κemintiri δεν θα το άλλαζε με τίποτα. Γνώρισε ομόαιμους, πόλεις και πολιτισμούς με ένα διαφορετικό τρόπο. Πολέμησε, δολοφόνησε, διεκδίκησε και έμαθε να παίζει καλύτερα απο ποτέ το παιχνίδι τόσων αιώνων, που λίγοι ομόαιμοι γνώριζαν. Την ίντριγκα και τη δολοπλοκία. Το βλέμμα του Max σκοτείνιασε και πάλι. Έκλεισε τα μάτια και σήκωσε το βλέμμα του ψηλά. “ Έκανα το ίδιο μου το ταξίδι μονόδρομο και έχασα μέρος της ψυχής μου. Έφταιξα… Και συνεχίζω.Ήθελα δύναμη, εξουσία και επιρροή για να απολαύσω το συναίσθημα να είμαι εκεί που κανείς τους ποτέ δε θα φανταζόταν έναν Ασσαμίτη. Να είμαι ο άρχοντας της πόλης. Αλλά και να αλλάξω την ροή της. Να τους δείξω ενα μονοπάτι συνεργασίας, πάθους και τιμής... ” Ο Maximilion έσφιξε γερά την πολυθρόνα που καθόταν με το δεξί του χέρι και έμπηξε τα νύχια του μέσα στο ξύλο… “ Θέλω πολύ, αλλά δε ξέρω αν αρκεί το κομμάτι θέλησης που μου απομένει. Αν η ψυχή μου θα αντέξει όσες νύχτες αρκούν για να συνεχίσω το έργο μου, δεν το γνωρίζω…Δεν είμαι σίγουρος αν θέλω πλέον… Οχι για πολύ, το υπόσχομαι” και χαμογέλασε ενώ ακόμα καθόταν με τα μάτια κλειστά στο θρόνο. “Αυτή η πόλη μου ανήκει, για πάντα, το υπόσχομαι”. Ο Maximilion άνοιξε ξαφνικά τα μάτια του και τίναξε με δύναμη το κορμί του από τη πολυθρόνα. Προσπάθησε να συνηδειτοποιήσει τι είχε πεί αλλά δε μπορούσε. Και του αρκούσε για να τρομάξει πραγματικά… Δυο υποσχέσεις, ένας ομόαιμος…

Στην Αίθουσα του Θρόνου, Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2002, 00:32

Η ώρα περνούσε και τις σκέψεις του Πρίγκηπα τάραξε η Κατ, πιστή ακόλουθος του Maximilion, που τον ειδοποίησε για τον ερχομό του ομόαιμου με το όνομα Dante.
“Καλωσορίσατε ομόαιμε. Χαίρομαι πολύ που είστε εδώ.”
“Καλησπέρα Πρίγκιπα” αποκρίθηκε ο Ομάρ κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση και συνέχισε λέγοντας “ πάρτε το ξίφος σας άρχοντα.” Ο Maximilion πάγωσε. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Δεν ήταν προετοιμασμένος για μάχη και πόσο μάλλον με τον Ομάρ.
“Μην ανησυχείτε, δεν είμαι εδώ για να σας κάνω κακό. Απλά να σας γνωρίσω μέσω της μάχης.” Ο Maximilion ηρέμησε. Θυμήθηκε τους τρόπους του πάλαι κάποτε συνοδοιπόρου του και με ένα νεύμα αποδέχτηκε τη πρόκληση. Κινήθηκε προς το ξύλινο έπιπλο δίπλα από το γραφείο του, από όπου και πήρε ένα ξίφος. Ο φωτισμός ήταν χαμηλός, ιδανικός για τη σκηνή που θα ακολουθούσε.
Ο Maximilion φανερά ευδιάθετος πλέον, κινήθηκε προς το κέντρο του δωματίου έχοντας βγάλει το σακάκι του. Κράτησε σφιχτά το ξίφος του, ένα από τα πολλά που υπήρχαν στο έπιπλο, και περίμενε τον Omar. Είχε πολύ καιρό να ξιφομαχίσει με κάποιον τόσο δυνατό ομόαιμο… Είχε πολύ καιρό να νιώσει την αίσθηση της μάχης, και ήταν ενθουσιασμένος.
“Όποτε είσαι έτοιμος Ομάρ” προλόγησε ο Ventrue παίρνοντας στάση μάχης με τη λεπίδα του ξίφους να αγγίζει το κόκκινο χαλί που δέσποζε στο πάτωμα. Ο Maximilion σίγουρα δε περίμενε να αντικρύσει το θέαμα που θα ακολουθούσε. Ο Ομάρ γυμνός από τη μέση και πάνω με ένα τμήμα του κορμού του μεταλλικό και με μια κόκκινη λάμψη στο εσωτερικό της… Ήταν απλά ξεχωριστό. Και φυσικά το τατουάζ με το δράκο που κάλυπτε ολόκληρη τη πλάτη του και ένα μεγάλο μέρος από τον ώμο και το λαιμό του. Ο Μαξιμίλιον έφερε για λίγο στο μυαλό του σκηνές από παλιά. Ήταν το 1890 όταν και είχε μονομαχήσει για τελευταία φορά με τον Ομαρ σε ένα ταξίδι τους στη Συρία. Βρίσκονταν στη Δαμασκό, στο Κάστρο των Ιπποτών, haven της Lady Veradis Abd’ azrael, sire του ομόαιμου της πατριάς των Assamites, Shankar Janni. Με κάθε κίνηση των σπαθιών τους, ζωντάνευε μπροστά τους και μια διαφορετική μάχη από το παρελθόν… Ο Μαximilion άνοιξε τα μάτια του και είδε τον Ομάρ έτοιμο απέναντι του να κραδαίνει την κατάνα του, που τόσα χρόνια είχε να αντικρύσει. Αλλά οι σκέψεις δεν τον άφηναν να συγκεντρωθεί. Ο χώρος δεν ήταν ο κατάλληλος. Δεν άρμοζε στη συνάντηση δυο τόσο μεγάλων πολεμιστών. Έσφιξε το ξίφος του ακόμη περισσότερο και κινήθηκε προς τον Ομάρ. Με μια επιδέξια κίνηση ο ομόαιμος πέταξε μακρυά το σπαθί του Πρίγκηπα. Τον κοίταξε στα μάτια λέγοντας του “ Δεν είναι το ξίφος σου αυτό. Πολέμησε με…” Ο Maximilion κοίταξε το πεσμένο σπαθί στα δεξιά του και τον Ομάρ. Χαμογέλασε και κινήθηκε προς τη βιβλιοθήκη. Ανοιξε μια μικρή κρύπτη από οπου και έβγαλκε ένα ξίφος. Ήταν το ξίφος του. Το ξίφος που τον συνόδευε από την πρώτη φορά που περπάτησε στο κόσμο της Νύχτας. Η ψυχή του ξίφους ήταν δεμένη με αυτή του ομόαιμου. Το σπαθί του ήταν σφυριλατημένο από ασήμι και μαγεία Dur-An-Ki, ικανή να το κάνει ελαφρύ σα πούπουλο αλλά θανατηφόρο για όποιον τολμήσει να βρεθέι απέναντι του. Αυτό που ξεχώριζε, ήταν ένα περίτεχνο σύστημα μικροσκοπικών αγωγών που διαπερνούσαν ολόκληρη την επιφάνεια του σπαθιού. Και ο σκοπός της υπαρξής τους ήταν απλός: να επιτρέπουν στο δηλήτηριο να κυλάει εκεί έτοιμο να πλήξει κάθε αθάνατο ή μη… Κράτησε το ξίφος του και γύρισε προς τον Ομάρ. Ήταν έτοιμος.
Οι δυο πολεμιστές απέκρουαν ο ένας τις επιθέσεις του άλλου με περισσή δεξιοτεχνία. Ο χρόνος τους είχε φερθεί καλά. Και οι δυο είχαν βελτιωθεί στη τέχνη του ξίφους. Στα μάτια πολλών η μονομαχία τους και η τεχνική θα φάνταζε τέλεια και συνάμα τρομακτική. Η ταχύτητα που κινούνταν ήταν αδιανόητη ακόμα και για ομόαιμους. Τα χτυπήματα τους ικανά να κομματιάσουν τη σάρκα. Από την μια η εικόνα του Ομάρ να αλλάζει, να φωτίζεται, να παίρνει την όψη ενός σαμουράι και η κατάνα του να τυλίγεται στις φλόγες. Από την άλλη ο Maximilion που φαινόταν να μιλάει με το ξίφος του. Να το κινεί σα να ηταν προέκταση όχι μόνο του χεριού του αλλά και της ψυχής του. Το σπαθί του είχε μια ελαφριά και στιγμιαία αύρα γαλάζιου χρώματος σε συνδιασμό με έναν οξύ ήχο. Και οι δυο πλευρές συνέθεταν μια εικόνα μαγική. Η Νύχτα κυλούσε και η μάχη συνεχιζόταν. Είχε πολλές δεκάδες νύχτες να πολεμήσει έναν ομόαιμο τόσο ικανό ο Maxmilion. Ακόμα και όταν ένιωσε ότι δε μπορούσε να ακολουθήσει τον Ομάρ, ιδίως όταν εμφανίστηκε η οπτασία αυτή, δε τον ενόχλησε καθόλου. Αντιθέτως γονάτισε και ευχάρίστησε τον παλιό του φίλο για όσα του θύμισε.
Ο Ομάρ αφού ετοιμάστηκε, προχώρησε προς την πόρτα.
“Όπως σας είπα Πρίγκηπα, ποτέ δε ξέρεις κάποιον πραγματικά παρά μόνο αφού πολεμήσεις μαζί του… Χαίρομαι πολύ που σε συναντώ ξανά παλιέ μου φίλε.”

Δεν υπάρχουν σχόλια: